Μετά το ’50, εξαιτίας της φτώχειας και των επιπτώσεων του εμφυλίου πολέμου, όλες οι μεγάλες πόλεις, με πρώτη και καλύτερη την Αθήνα, γέμισαν από εσωτερικούς μετανάστες.
Η Ήπειρος είναι μια από τις περιοχές που έχασαν μεγάλο μέρος του πληθυσμού τους τότε. Έτσι, και εξαιτίας αυτής της εσωτερικής μετανάστευσης στην Αθήνα και σε άλλες μεγάλες πόλεις, δημιουργήθηκαν σύλλογοι αποδήμων επονομαζόμενοι «Αδελφότητες». Οι σύλλογοι αυτοί από τη μία είχαν στόχο να απαλύνουν τον πόνο της (εσωτερικής) ξενιτιάς, να στηρίξουν όσο ήταν δυνατόν την ένταξη των εσωτερικών μεταναστών στο νέο περιβάλλον και από την άλλη δρούσαν ως συνδετικός κρίκος ανάμεσα στα χωριά και τα αστικά κέντρα, με εκδρομές και διοργάνωση μουσικών και άλλων πολιτιστικών εκδηλώσεων για τη διατήρηση της παράδοσης.
Οι αδελφότητες σε πάρα πολλές περιπτώσεις λειτούργησαν και ως μοχλός πίεσης στις εκάστοτε κυβερνήσεις για αποφάσεις που αφορούν την τύχη των χωριών τους, σε ζητήματα περιβάλλοντος, ποιότητας ζωής, εργασίας και επικοινωνίας.
Σήμερα, μετά από 70 και πλέον χρόνια, φαίνεται ότι ο κύριος λόγος της δημιουργίας αδελφοτήτων εκλείπει, γιατί οι συνθήκες άλλαξαν. Οι νέοι δεν έχουν πλέον τη σχέση που είχαν οι γονείς και οι παππούδες με το χωριό και δεν ενδιαφέρονται να στελεχώσουν αυτούς τους συλλόγους.
Όμως αυτό είναι η μεγάλη παγίδα, γιατί τώρα παρά ποτέ τα χωριά έχουν ανάγκη από την παρέμβαση αυτών των συλλόγων, όχι μόνο σε επίπεδο πολιτικό, πολιτιστικό αλλά και ανθρωπιστικό. Και αυτό γιατί η Ήπειρος έχει αφεθεί στην τύχη της. Ερημώνει δραματικά λόγω της υπογεννητικότητας, της αστυφιλίας και της αδιαφορίας του κράτους. Ο συνολικός πληθυσμός της περιοχής έχει πέσει κάτω από τους 320.000 κατοίκους. Σύμφωνα με επίσημα στοιχεία, 11 από τους 17 δήμους της Ηπείρου κατέγραψαν μηδενικές γεννήσεις μέσα σε ένα δίμηνο, ενώ κάθε χρόνο χάνονται χιλιάδες περισσότεροι άνθρωποι από όσους γεννιούνται.
Οι σύλλογοι των αποδήμων, όσοι δραστηριοποιούνται ακόμα ενεργά, προσπαθούν με νύχια και με δόντια να διατηρούν την επαφή με τα χωριά, τα ήθη και τα έθιμα, να γνωρίσουν στα παιδιά και τα εγγόνια τους την ιδιαίτερη πατρίδα τους. Η πλειοψηφία αυτών έχουν περιουσίες και σπίτια εκεί, που τα συντηρούν, στις περισσότερες περιπτώσεις με μεγάλη δυσκολία. Και εδώ υπάρχει ένα «αλλά». Τι γίνεται με την ερήμωση; Πόσα χρόνια θα υπάρχει αυτό το χωριό με το καφενείο ανοιχτό για να πηγαίνουν τα παιδιά μας και τα εγγόνια μας το Πάσχα και τον Δεκαπενταύγουστο; Ποιος θα κρατήσει τα χωριά ζωντανά; Ποιος θα ενδιαφερθεί πραγματικά για όσους έμειναν εκεί και για όσους ίσως θα ήθελαν να επιστρέψουν; Πόσο σημαντικός θα ήταν ο ρόλος όλων των αποδήμων, μέσα από τους ήδη υπάρχοντες συλλόγους και από τα ανώτερα όργανά τους, όπως π.χ. οι Ομοσπονδίες και η Πανηπειρωτική, για παρεμβάσεις σε επίπεδο δήμου, περιφέρειας και κυβέρνησης για το ζήτημα αυτό;
Πραγματικά δεν αρκεί να βρισκόμαστε και να ξεφαντώνουμε στα πανηγύρια στο χωριό και στην Αθήνα. Η πραγματική αγάπη για το χωριό σήμερα αφορά το μέλλον του, αφορά την ίδια την ύπαρξή του.
Ματίνα Χελιδώνη
