Ενόψει της προεκλογικής περιόδου, η κυβέρνηση και οι εκπρόσωποί της δεν σταματούν να εκθειάζουν το έργο τους. Ένας από τους «αγαπημένους» τους τομείς είναι φυσικά η οικονομία, καθώς είναι αυτός που επηρεάζει περισσότερο τη ζωή ολόκληρης της κοινωνίας, άρα και τις επιλογές ψήφου των πολιτών. Στην οικονομία, λοιπόν, διατείνονται πως η χώρα μετατράπηκε από χώρα-ουραγός σε πρότυπο για όλη την Ευρώπη, με υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης και εξισορροπημένα δημοσιονομικά. Και επίσης, ότι υπό την καθοδήγησή τους τα καλύτερα είναι προ των πυλών. Είναι όμως αυτή η πραγματικότητα που ο «μίζερος» λαός δήθεν αρνείται να αντικρίσει; Ας δούμε τι λένε ορισμένα κρίσιμα και αναντίρρητα στατιστικά στοιχεία, δημοσιοποιημένα από αστικούς κυρίως θεσμούς.
● Το πραγματικό ΑΕΠ (σύμφωνα με το ΔΝΤ) μεγεθύνεται τα τελευταία 7 χρόνια με μέσο ετήσιο ρυθμό σχεδόν 2% και παραμένει αρκετά χαμηλότερο (περίπου 15%) από το ιστορικό υψηλό του 2008. Δηλαδή, η ελληνική οικονομία ουσιαστικά μετά την κρίση και τα μνημόνια ακόμα δεν έχει καταφέρει να παράγει όσο τότε. Ασφαλώς η κυβέρνηση δεν αναφέρεται σχεδόν ποτέ σε αυτόν τον ουσιαστικό δείκτη, αλλά θέλοντας να εξαπατήσει τον κόσμο μιλά για τη μεγάλη αύξηση του ονομαστικού ΑΕΠ (40% σε 7 χρόνια), ο οποίος δεν δείχνει πόσο πραγματικά αυξήθηκε η παραγωγή, αλλά συμπεριλαμβάνει και την αύξηση των τιμών στον υπολογισμό, πληθωρίζοντας το τελικό ποσό.
● Το χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ (πάλι με στοιχεία ΔΝΤ) έχει μειωθεί από 184% το 2019 σε –εκτιμώμενο–146% το 2026, αλλά αυτό δεν οφείλεται και πάλι στο ότι αποπληρώνουμε πολύ χρέος αλλά στο ότι το ονομαστικό ΑΕΠ, όπως εξηγούμε παραπάνω, έχει πληθωριστεί. Ουσιαστικά ο πληθωρισμός τρώει το χρέος, όχι η επιτυχία της κυβερνητικής πολιτικής. Επιπλέον, ακόμα και αυτός ο δείκτης, δηλαδή, χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ, παραμένει πολύ υψηλότερος από ό,τι πριν την κρίση – το 2008 ήταν 110%.
● Σε συνέχεια του παραπάνω, ο βασικός λόγος που η Ελλάδα οδηγήθηκε στη χρεοκοπία, δηλαδή, το βαθιά αρνητικό ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών (ουσιαστικά πολύ μεγαλύτερες εισαγωγές έναντι των εξαγωγών, άρα τελικά δανεισμός για κάλυψη της διαφοράς), δεν αντιστράφηκε, αλλά παραμένει, θέτοντας έτσι μεσο-μακροπρόθεσμα τα θεμέλια μιας εκ νέου μεγάλης αύξησης του χρέους!
● Οι υψηλοί ρυθμοί πληθωρισμού, και ιδιαίτερα στα τρόφιμα και τη στέγαση (άνω του 35% και 40%, αντίστοιχα, σωρευτικά την 7ετία της ΝΔ), έχουν ουσιαστικά εξανεμίσει τις όποιες αυξήσεις στον κατώτατο και μέσο μισθό. Αυτό αντανακλάται και στη θέση της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Ένωση όσον αφορά την αγοραστική δύναμη. Σύμφωνα με τη Eurostat, κατέχουμε μαζί με τη Βουλγαρία την πρωτιά… από το τέλος.
● Σύμφωνα με τον ΙΟΒΕ, τόσο το ιδιωτικό χρέος όσο και οι ληξιπρόθεσμες οφειλές, αν και έχουν πέσει ως ποσοστό του ΑΕΠ, παραμένουν σε εξαιρετικά υψηλά επίπεδα (417 δις και 237,8 δις αντίστοιχα), κάτι που έχει άμεση σχέση και με τις καθαρές αποταμιεύσεις των Ελλήνων, οι οποίες είναι και οι μόνες αρνητικές από όλες τις χώρες του ΟΟΣΑ (–9,3% καθαρός ρυθμός αποταμιεύσεων). Με λίγα λόγια, όχι μόνο δεν μπορούμε να αποταμιεύσουμε, αλλά τρώμε σιγά σιγά τα όποια χρήματα είχαμε στην άκρη.
● Σύμφωνα με την UBS, την τελευταία 5ετία, ενώ ο πλούτος των Ελλήνων αυξήθηκε κατά μέσο όρο 9%, εκείνος του διάμεσου πολίτη μειώθηκε κατά 18%, στοιχείο αποκαλυπτικό της αυξανόμενης ανισότητας και της υψηλής τάσης συγκεντροποίησης των περιουσιών. Οι πλούσιοι έγιναν πλουσιότεροι στις πλάτες των φτωχών που έγιναν φτωχότεροι. Η αριθμητική έκρηξη των Ελλήνων δισεκατομμυριούχων, από 4 σε 24 (βλ. Forbes), αποτελεί χτυπητό παράδειγμα αυτής της τάσης.
Το γενικό συμπέρασμα που βγάζουμε από όλα τα παραπάνω είναι πως για άλλη μια φορά η ρητορική της κυβέρνησης δεν είναι παρά μια ακατάσχετη προπαγάνδα! Η ελληνική οικονομία όχι μόνο δεν έχει ξεφύγει από τα βασικά προβλήματα που είχε, αλλά αντίθετα βαδίζει στο ίδιο μονοπάτι με εκείνο πριν την κρίση, με την όποια βελτίωση στους δείκτες να οφείλεται κυρίως στον πληθωρισμό (για αυτό και η κυβέρνηση δεν θέλει να τον ελέγξει), την ίδια ώρα που η εργατική τάξη και ο λαός υποφέρει και βλέπει να πλουτίζει μια χούφτα ανθρώπων εις βάρος του.
Ιωάννης Νικολάου-Μπράζιος
