Τετάρτη, 27 Δεκεμβρίου 2017

Η ΤΡΑΓΩΔΙΑ ΤΗΣ ΜΑΝΔΡΑΣ, ΟΙ ΕΥΘΥΝΕΣ ΚΑΙ ΤΙ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΑΛΛΑΞΕΙ

Ο κόσμος που καταστράφηκε στη Μάνδρα ήταν κατά κύριο λόγο φτωχοί 
εργάτες και βιοπαλαιστές. Αυτοί πρέπει πρώτα και κύρια να
 οργανωθούν για να απαιτήσουν αποκατάσταση των ζημιών και 
αποτελεσματική πρόληψη, αλλά και ένα τελείως διαφορετικό μοντέλο 
ανάπτυξης, που θα βάζει πάνω απ’ όλα τον άνθρωπο και το περιβάλλον.
Οι πλημμύρες στη Δυτική Αττική (Μάνδρα, Νέα Πέραμος κ.λπ.), με τους 23 νεκρούς και την ολοκληρωτική ή μερική καταστροφή χιλιάδων σπιτιών και επιχειρήσεων, δεν ήταν «κεραυνός εν αιθρία». Ήταν το τραγικό αποτέλεσμα του μοντέλου οικιστικής και γενικά αστικής «ανάπτυξης» του εγχώριου καπιταλισμού, απ’ τα μεταπολεμικά χρόνια ιδιαίτερα και μετά.
Η περιοχή του Θριασίου Πεδίου (Μάνδρα, Μαγούλα και Ελευσίνα) γνώρισε μια απότομη βιομηχανική ανάπτυξη στα τέλη δεκαετίας ’60 με αρχές ’70, στα χρόνια της Χούντας δηλαδή. Χαρακτηριστικό αυτής της ανάπτυξης ήταν η άναρχη και αυθαίρετη δόμηση, χωρίς κανένα περιβαλλοντικό και οικιστικό σχέδιο ή κριτήριο. Η κατάσταση αυτή συνεχίστηκε και τα επόμενα χρόνια, όταν σταμάτησε η ραγδαία εκβιομηχάνιση. Κάθε παρέμβαση γινόταν με γνώμονα τα ιδιωτικά συμφέροντα, με τα μεγάλα να είναι τα πλέον ανεξέλεγκτα, χωρίς όμως να εξαιρούνται και τα μικρά. Σ’ όλα αυτά υπήρχε η ανοχή, άδεια ή και συνέργεια των κρατικών και δημοτικών θεσμών και αρχών.

Πάνω στο ρεύμα «Σούρες», που έπνιξε τη Μάνδρα, έχουν κατ’ επανάληψη χτιστεί από βιομηχανίες μέχρι και εργοτάξια του δήμου, έχουν γίνει επίσημες μεταπωλήσεις κ.λπ., και κανείς ποτέ δεν επιχείρησε να κάνει κάτι σχετικά με την αποκατάσταση του ρέματος και την ασφάλεια από φυσική καταστροφή.
Το ίδιο «μοντέλο» επικράτησε και στη Νέα Πέραμο. Εκεί η περιοχή δεν ήταν βιομηχανική αλλά τουριστική τη δεκαετία του ’70. Αλλά φυσικά έγιναν οι ίδιες αυθαιρεσίες, με ξενοδοχεία, καταστήματα κ.λπ.
Η ίδια κατάσταση με τους ίδιους κινδύνους να εγκυμονούνται επικρατεί σε όλη την Αττική, ανάλογα με τη φύση και τη γεωγραφία της κάθε περιοχής. Είναι χαρακτηριστικό ότι από τα 700 ρέματα που υπήρχαν το 19ο αιώνα στην Αττική έχουν απομείνει τα 70 σχετικά ελεύθερα. Όλα τα άλλα έχουν μπαζωθεί ή εξαφανιστεί τεχνητά.
Για να βελτιωθεί αυτή η κατάσταση χρειάζεται να αλλάξουν πάρα πολλά πράγματα, και φυσικά σε αντίθετη κατεύθυνση απ’ τη σημερινή, όπου το πλαίσιο διαμορφώνεται απ’ την αναρχία των καπιταλιστικών συμφερόντων και την ατομικιστική λογική που διέπει βέβαια όλα τα κοινωνικά στρώματα.
Ένα πρώτο μέτρο είναι η αυστηρή χωροθέτηση και διαχωρισμός σε αστικές οικιστικές, αγροτικές, βιομηχανικές κ.λπ. ζώνες. Ώστε και παραγωγική ανασυγκρότηση να μπορεί να γίνει αλλά και να υπάρχει προστασία ανθρώπων και περιβάλλοντος.
Ακόμα σχετικά με τα ρέματα χρειάζεται η καταγραφή τους, «μπαζωμένα», εξαφανισμένα κ.λπ., ώστε να αρχίσει σταδιακά η αποκατάσταση και απελευθέρωσή τους, για να μην αποτελούν εστίες πλημμυρών και μόλυνσης. Αυτό φυσικά συνεπάγεται κατεδάφιση των αυθαίρετων κτισμάτων που έχουν χτιστεί πάνω τους, όπως και σε δάση, βουνά κ.λπ.
Ακόμα υπάρχει σίγουρα ανάγκη ενός αρχείου φυσικών καταστροφών, με βάση την εμπειρία των κατοίκων της κάθε περιοχής, όπου έχουν συμβεί αυτές. Ώστε να ενισχυθούν οι μηχανισμοί πρόληψης και αποτροπής συνεπειών απ’ τα έντονα καιρικά φαινόμενα.
Όλα αυτά απαιτούν ριζική επέμβαση από ένα οργανωμένο κίνημα. Κατ’ αρχάς, όλες οι κρίσιμες σχετικές αρμοδιότητες θα πρέπει να επιστρέψουν στο κράτος. Η τοπική αυτοδιοίκηση έχει αποδειχθεί και ακατάλληλη να αντιμετωπίσει τέτοια ζητήματα και στην ουσία είναι προνομιακό πεδίο δράσης των εργολαβικών και κάθε λογής ιδιωτικών συμφερόντων. Θα πρέπει να δημιουργηθούν νέου τύπου επιτροπές ελέγχου και σχεδιασμού, με τεχνικούς έμπιστους στον λαϊκό κόσμο της περιοχής. Χρειάζεται πάνω απ’ όλα ένα κεντρικό σχέδιο, με γνώμονα τα συμφέροντα της κοινωνίας και την προστασία του περιβάλλοντος. Το οποίο θα ανταποκρίνεται στην προοπτική της παραγωγικής ανασυγκρότησης κάτω από εργατικό και λαϊκό έλεγχο.
Η αναρχία και η αυθαιρεσία που αναπαράγει το καπιταλιστικό σύστημα σε κάθε του βήμα και σε κάθε κοινωνικό πεδίο είναι αυτή που δημιουργεί τις προϋποθέσεις για τέτοιες καταστροφές, και αυτή ευθύνεται βασικά για την τραγωδία στη Δυτική Αττική. Μόνο μια οργανωμένη παρέμβαση απ’ τη μεριά του εργατικού και ευρύτερου λαϊκού κινήματος μπορεί να φέρει τομές και μια κατ’ αρχήν βελτίωση στις μεγάλες παθογένειες του συστήματος, ώστε να υπάρχει μια στοιχειώδης προστασία για την ανθρώπινη ζωή και το περιβάλλον.


Σ. Κρόκος