Σάββατο, 22 Οκτωβρίου 2016

ΑΝΟΙΓΕΙ ΤΟ ΕΡΓΑΣΙΑΚΟ ΕΠΑΝΑΦΟΡΑ ΤΩΡΑ ΤΩΝ ΚΑΤΑΚΤΗΣΕΩΝ ΜΑΣ!

Οργάνωση, ενότητα, αγώνας, για να κρίνουμε εμείς αυτή τη «διαπραγμάτευση»

Να μην αφήσουμε τους «διαπραγματευτές» να αποφασίσουν για μας.
Αν κινηθούμε μαζικά, ενωτικά, αποφασιστικά, μπορούμε
να πετύχουμε νίκες κατά του εργασιακού μεσαίωνα.
Πρόσφατα ανακοινώθηκε το πόρισμα της «επιτροπής σοφών» για το εργασιακό, ανοίγοντας επίσημα πλέον τη συζήτηση για τα νέα εργασιακά μέτρα που ετοιμάζονται να περάσουν κυβέρνηση και δανειστές. Ήδη, όλο το προηγούμενο διάστημα, με διαρροές στον Τύπο, προσπαθούσαν να προετοιμάσουν τους εργαζόμενους για σκληρά μέτρα και να μετρήσουν αντιδράσεις. Τώρα ο υπουργός Εργασίας, Γ. Κατρούγκαλος, πανηγυρίζει για το πόρισμα και το θεωρεί «διαπραγματευτικό όπλο» έναντι των «θεσμών», καθότι σύμφωνα με αυτό δεν
προτείνονται ανατροπές στον συνδικαλιστικό νόμο (χτύπημα δικαιώματος απεργίας, λοκ-άουτ εργοδοτών κ.λπ.), αλλά κυρίως γιατί ανοίγει παράθυρο για την «επαναφορά» των συλλογικών συμβάσεων εργασίας. Βέβαια, η πραγματικότητα είναι διαφορετική.
Κατ’ αρχήν, όσοι έχουν υπογράψει τα Μνημόνια, όπως και η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, έχουν υπογράψει ότι εργατικές κατακτήσεις και δικαιώματα δεν θα ξαναγυρίσουν στο προ μνημονίου καθεστώς. Οπότε οι όποιες διαπραγματεύσεις της κυβέρνησης με τους θεσμούς εντάσσονται μέσα σ’ αυτό το βάρβαρο μνημονιακό πλαίσιο. Δεύτερον, το πόρισμα της «επιτροπής σοφών» δεν δεσμεύει τους διαπραγματευτές. Το τι θα επακολουθήσει και το τι θα ζητηθεί στο τέλος εξαρτάται από πάρα πολλούς παράγοντες (Έλληνες καπιταλιστές, ευρωπαϊκές εξελίξεις κ.λπ.) και ιδιαίτερα από το αν θα κινηθούμε και εμείς. «Θεσμοί», κυβέρνηση και ΔΝΤ παίζουν και το γνωστό παιχνίδι του «καλού» και του «κακού» μπάτσου, για να κατασιγάσουν τις αντιδράσεις σε όποια μέτρα παρθούν. Τρίτον, το πόρισμα, πράγματι, δεν ανοίγει προς το παρόν τα συνδικαλιστικά ζητήματα και σε ορισμένα θέματα είναι θεωρητικά πιο ευνοϊκό σε σχέση με το υπάρχον εργασιακό καθεστώς –καθώς αναφέρεται στις συλλογικές συμβάσεις, στην επεκτασιμότητά τους, στον ορισμό του κατώτατου μισθού από τους «κοινωνικούς» εταίρους»– αλλά έχει τόσες πολλές «δικλείδες ασφαλείας» για τους εργοδότες, ώστε να υπάρχει η δυνατότητα τελικά στην πράξη να μην εφαρμοστεί τίποτε.
Έτσι, προβλέπεται η «επαναφορά» των συλλογικών συμβάσεων εργασίας εφόσον καλύπτουν το 50% των εργαζομένων του κλάδου/επαγγέλματος, όταν όμως είναι γνωστό ότι σε ένα σωματείο εντάσσεται στην καλύτερη περίπτωση το 1/3 των εργαζομένων ενός κλάδου, που και αυτό ακόμα είναι πολύ δύσκολο να αποδειχτεί. Πρόκειται δηλαδή περί παγίδας, που δίνει την ευκαιρία στην κυβέρνηση να πανηγυρίζει για την «επαναφορά» των συμβάσεων, ενώ στην πραγματικότητα είναι εντελώς αμφίβολο αν θα ισχύσει. Την ίδια στιγμή, το πόρισμα προχωρά και σε ανοιχτά αντιδραστικές αλλαγές: αντί για ομαδικές απολύσεις, σε επιχειρήσεις που αντιμετωπίζουν «οικονομικές δυσχέρειες» προτείνεται μειωμένο ωράριο εργασίας και παροχή επιδόματος (από τον ΟΑΕΔ) για τις ώρες που δεν θα απασχολείται ο εργαζόμενος (δηλαδή τσάμπα εργασία για τους εργοδότες με τα δικά μας λεφτά!)· ενώ προβλέπονται η επέκταση της μαθητείας, αθρόες επιδοτήσεις στο κεφάλαιο κ.λπ.
Εμείς λοιπόν οι εργαζόμενοι πρέπει από τώρα να ξεκινήσουμε τα αγωνιστικά μας βήματα. Να μην περιμένουμε τα αποτελέσματα των «διαπραγματεύσεων» για το πόσο πολύ ή λίγο θα σφίξουν ακόμα τη θηλιά στον λαιμό μας. Να απαιτήσουμε εδώ και τώρα την επαναφορά όλων των κατακτήσεων που χάσαμε τα τελευταία χρόνια με τα βάρβαρα μνημονιακά τους μέτρα. Να διεκδικήσουμε το δικαίωμά μας να διαπραγματευόμαστε συλλογικά τους μισθούς μας. Το ότι το ίδιο το πόρισμα δεν τόλμησε να ανοίξει όλα τα εργασιακά θέματα δείχνει έναν κοινωνικό συσχετισμό δυνάμεων που δεν είναι τόσο αρνητικός όσο φαίνεται και αυτό πρέπει να τον αξιοποιήσουμε. Φοβούνται πλέον κι αυτοί μην ανοίξουν τον «ασκό του Αιόλου». Οι διεθνείς εξελίξεις, το Brexit, η κατάσταση στην Ιταλία, και ιδιαίτερα οι δυναμικοί αγώνες των Γάλλων εργαζομένων, που συνεχίζονται, έχουν μεταδώσει ένα άλλο πνεύμα στην Ευρώπη, διευκολύνοντας αντικειμενικά την αφύπνιση της μεγάλης εργατικής μας τάξης.

Μ. Σάκος