Σάββατο 24 Νοεμβρίου 2018

Η «ΑΤΜΟΜΗΧΑΝΗ» ΤΗΣ Ε.Ε. ΣΕ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΡΙΣΗ ΚΑΙ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΟ ΑΔΙΕΞΟΔΟ


Οι μεγάλες πολιτικές μετατοπίσεις στη Γερμανία αντανακλούν μια υποβόσκουσα κοινωνική κρίση αλλά και το αδιέξοδο της Ε.Ε.

Οι πρόσφατες τοπικές εκλογές στη Γερμανία απέδειξαν
ότι η κοινωνική και πολιτική κατάσταση στη χώρα
είναι πιο τεταμένη απ’ όσο φαίνεται
Οι τελευταίες εκλογικές αναμετρήσεις στη Βαυαρία και την Έσση δείχνουν ότι η Γερμανία έχει μπει σε φάση παρατεταμένης πολιτικής αστάθειας και σημαντικών ανακατατάξεων. Οι Σοσιαλδημοκράτες κυρίως χάνουν πολλές δυνάμεις, οι Χριστιανοδημοκράτες και οι Χριστιανοκοινωνιστές επίσης, ενώ ταυτόχρονα ενισχύονται οι Πράσινοι και η Εναλλακτική για τη Γερμανία.
Η αποδυνάμωση των τριών πρώτων κομμάτων, που απαρτίζουν και τον κυβερνητικό συνασπισμό, κλονίζει την κεντρική κυβέρνηση. Η σταθερή άνοδος της ακροδεξιάς Εναλλακτικής, που πλέον έχει ισχυρή παρουσία σε όλα τα κρατίδια, μπορεί
να μη συνεπάγεται ακόμα φασιστικό κίνδυνο, αλλά τροφοδοτείται από την πάγια αντίθεση μεγάλου μέρους του γερμανικού λαού στην εισαγωγή μεταναστών. Οι Πράσινοι, ένα κόμμα με μικροαστικό κυρίως κοινό, καρπώνονται τις διαρροές των Σοσιαλδημοκρατών, αλλά είναι πολύ δύσκολο να μπορέσουν να πείσουν την πλατιά εργατική βάση των τελευταίων.
Πολύ σημαντική είναι η στροφή μιας μερίδας του κόμματος «Η Αριστερά» (Die Linke), της οποίας ηγείται η Σάρα Βάγκενκνεχτ, ενάντια στα «ανοιχτά σύνορα», δηλαδή ενάντια στο μεγαλοαστικό σχέδιο αθρόας εισόδου μεταναστών, στροφή που θα μπορούσε να αποτρέψει την περαιτέρω άνοδο της ακροδεξιάς, δίνοντας από τα αριστερά απάντηση στην αντεργατική αυτή πολιτική.
Στο άμεσο ταξικό επίπεδο, η κυβέρνηση αυξάνει τον εθνικό κατώτατο μισθό κατά 35 λεπτά, στα 9,19 ευρώ ανά ώρα, στην αρχή του επόμενου έτους και στη συνέχεια στα 9,35 ευρώ από το 2020, μέτρο που θα ευνοήσει περίπου 1,4 εκατομμύρια εργαζόμενους που λαμβάνουν τον κατώτατο μισθό, ενώ μαζί με την αναμενόμενη άνοδο των εσόδων των ασφαλιστικών ταμείων αναμένεται και αύξηση των συντάξεων κατά 3%-4% ετησίως για 20 εκατομμύρια συνταξιούχους.
Στο επίπεδο του διεθνούς ανταγωνισμού, ο γερμανικός καπιταλισμός λαμβάνει μέτρα έτσι ώστε να μην πέσουν σε κινεζικά χέρια βιομηχανίες κομβικής σημασίας, όπως π.χ. πρόσφατα μια εταιρεία-διαχειριστής δικτύου υψηλής τάσης και μια εταιρεία μηχανημάτων.
Τέλος, στην κόντρα με την Ιταλία, οι γερμανικές πιέσεις δεν φέρνουν μέχρι στιγμής θεαματικά αποτελέσματα, με τους Ιταλούς να σηκώνουν κεφάλι, γεγονός που πλήττει καίρια το γόητρο και τον ηγετικό ρόλο της Γερμανίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και απειλεί να συμπαρασύρει στο δρόμο της ανυπακοής και άλλες χώρες.
Με δυο λόγια, τα πράγματα δεν πηγαίνουν και τόσο καλά για το γερμανικό καπιταλισμό. Το βασικό και μόνιμο πρόβλημά του είναι ότι η πολιτική του δύναμη υπολείπεται σαφώς της οικονομικής του δύναμης. Μέσα στην Ευρώπη, έχει γίνει αντιπαθής με την επιμονή του στο δόγμα των υψηλών δημοσιονομικών πλεονασμάτων και με την παροιμιώδη ακαμψία του επί παντός θέματος. Διεθνώς, προσπαθεί να αποτρέψει την άνοδο του εθνικού προστατευτισμού και τον συνακόλουθο εμπορικό πόλεμο των ΗΠΑ, ενώ την ίδια στιγμή αυτοδιαψεύδεται λαμβάνοντας προστατευτικά μέτρα κατά της Κίνας. Στο θέμα των μεταναστών, αφενός τους θέλει για φτηνά εργατικά χέρια κι από την άλλη συναντά την αντίδραση μεγάλης μερίδας του εργαζόμενου γερμανικού λαού, που βλέπει την απειλή. Στο μισθολογικό, προσπαθεί να ικανοποιήσει την εργατική τάξη με μικροαυξήσεις, όταν αυτή, μπροστά στη μεγάλη κερδοφορία των επιχειρήσεων, ζητά ανάλογο μερίδιο. Τέλος, σε επίπεδο διεθνών συμμαχιών, θέλει –κατά παράδοση– να διεισδύσει μέσω της Τουρκίας (π.χ. σιδηρόδρομοι) στη Μέση Ανατολή, αλλά χωρίς σοβαρό αποτέλεσμα.
Οι κραδασμοί και τα αδιέξοδα αυτά δεν μπορεί παρά να έχουν αντίκτυπο σε ολόκληρο το οικοδόμημα της «Ευρωπαϊκής Ένωσης». Η γερμανική ηγεμονία κλονίζεται. Η «ενότητα» των ευρωπαϊκών καπιταλισμών καταντάει ανέκδοτο. Το δόγμα της αιώνιας λιτότητας ξεφτίζει. Ο εθνικός προστατευτισμός κερδίζει έδαφος. Η μαζική εισαγωγή μεταναστών αμφισβητείται (πλέον και εξ αριστερών). Και οι απαιτήσεις των εργαζομένων αυξάνονται, όπως πρέπει να αυξηθούν και η πίστη στις δυνάμεις τους και η αγωνιστική τους αποφασιστικότητα.

Βασίλης Παπανικολάου