Δευτέρα 26 Νοεμβρίου 2018

ΝΕΥΡΩΣΗ ΚΑΙ ΠΑΛΗ ΤΩΝ ΤΑΞΕΩΝ


Του  ΜΙΧΑΕΛ ΣΝΑΪΝΤΕΡ

Στο βιβλίο του αυτό, ο ψυχαναλυτής Μ. Σνάιντερ υποστηρίζει και αποδεικνύει ότι: η βασικότερη αιτία των ψυχικών και σωματικών ασθενειών είναι η καπιταλιστική εμπορευματική κοινωνία και η καπιταλιστική οργάνωση της εργασίας για το κέρδος.

Το βιβλίο αποτελείται από τρία μέρη. Πρώτο: «Με τον Φρόυντ – κατά του χυδαίου μαρξισμού». Δεύτερο: «Με τον Μαρξ – κατά της αστικής ιδεολογίας της ψυχανάλυσης». Και τρίτο: «Αξιοποίηση του κεφαλαίου και ψυχική εξαθλίωση ή Η κοινωνία ως ασθένεια».  Η γενική λογική του βιβλίου εντάσσεται στον διαλεκτικό υλισμό του Μαρξ.
Παρουσιάζουμε αυτό το βιβλίο –που είναι χρησιμότατο στην ταξική πάλη ενός μαρξιστή επαναστάτη- διαμέσου πολύ περιορισμένων αποσπασμάτων : Που τα επιλέξαμε όμως μόνο με πολιτικά ταξικά κριτήρια και την εμπειρία μας από τη ζωή μας μέσα στα εργοστάσια, και καθόλου με ψυχαναλυτικά κριτήρια, διότι τέτοια δεν διαθέτουμε.
Η αδύναμη όμως πλευρά του βιβλίου, είναι πρώτο: Ότι ο συγγραφέας του μέσα στις πολιτικές συνθήκες της Γερμανίας το  1972, δεν μπόρεσε να ξεφύγει από την σκευωρία-παγίδα του καπιταλισμού-σταλινισμού, που για διαφορετικά συμφέροντα ο καθένας τους, κατέληξαν και προπαγάνδισαν από κοινού το ίδιο τερατώδες ψέμα ότι: ο σταλινισμός ήταν φυσικό προϊόν του μπολσεβικισμού, ενώ στην πραγματικότητα ήταν ακριβώς το αντίθετό του. Και δεύτερο επίσης είναι: Όταν ο συγγραφέας του προσπαθεί να εξηγήσει ορισμένα πολιτικά ζητήματα με ψυχαναλυτικά μέσα –προφανώς από πολιτική αδυναμία- και οδηγείται σε αποτυχία.
Παρόλα όμως αυτά, αυτές οι αδυναμίες του βιβλίου δεν μειώνουν την αξία του σαν χρήσιμο εργαλείο στην ταξική πάλη.
(Το βιβλίο είναι 373 σελίδων, εκδόσεις ΡΑΠΠΑ).


ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

1.      «Κυρίως σήμερα, στην εποχή το όψιμου καπιταλισμού, η ψυχική εξαθλίωση της μάζας παίρνει τεράστια έκταση. Μόνο στην Δυτική Γερμανία υπάρχουν αυτή τη στιγμή περίπου 7 εκατομμύρια νευρωτικοί που χρειάζονται θεραπεία, περίπου 600.000 ψυχωτικοί ‘’σχιζοφρενικού τύπου’’, κάπου 1 εκατομμύριο αλκοολικοί και 250.000 ναρκομανείς. Η λανθάνουσα ψυχική εξαθλίωση, που είναι αδύνατο να εκτιμηθεί στατιστικά, θ’ ανεβάσει αυτούς τους αριθμούς σε εντυπωσιακές δυνάμεις. Σήμερα όμως, μέσα στις ιμπεριαλιστικές μητροπόλεις, γιγαντώνεται ολοένα η αντίφαση ανάμεσα στην αυξανόμενη υλική ευημερία και τον πλούτο (απ’ όπου η κεφαλαιοκρατική τάξη απομυζά τη μερίδα του λέοντος) και την αυξανόμενη ψυχική εξαθλίωση και ασθένεια. Η αντίφαση αυτή είναι κάτι νέο στην ιστορική τούτη κρίση· χρειάζεται λοιπόν και μια νέα πολιτική ερμηνεία, που να δείξει καθαρά τη σχέση κεφαλαιακής αξιοποίησης και ψυχικής εξαθλίωσης, αλλά συνάμα και μια νέα πολιτική λύση, με ‘’θεραπευτική’’ διάσταση.
Το ερώτημα είναι αν και κατά πόσο η ψυχανάλυση μπορεί να βοηθήσει εδώ. Κατά τη γνώμη μου, το μπορεί, με δύο όρους: πρώτο, αν δεχτεί την κριτική της πολιτικής οικονομίας, που θα φέρει στο φως την κρυφή ιδεολογική και ιστορική διάσταση που περνάει σιωπηρά σε όλες τις κατηγορίες της· δεύτερο, αν αναλάβει να ξαναθεμελιώσει υλιστικά τα φαινόμενα ασθένειας που έχει περιγράψει. Αντί ν’ απορρίψει συνολικά την ψυχολογιστική θεωρία της ασθένειας που διατύπωσε ο Φρόυντ, θα είναι πιο γόνιμο να τη ‘’στήσει στα πόδια της’’. Αν η κλασική ψυχανάλυση περιορίστηκε ν’ αντιμετωπίσει τον άρρωστο μέσα στην κοινωνία, έργο μια υλιστικά προσανατολισμένης, απελευθερωτικής ψυχανάλυσης θα είναι ν’ αντιμετωπίσει την ίδια την κοινωνία ως ασθένεια. Αν η κλασική ψυχανάλυση είδε το θεραπευτικό σκοπό της στην προσαρμογή του δήθεν ‘’ασθενούς’’ σε μια δήθεν ‘’υγιή’’ κοινωνία, θεραπευτικό έργο μιας απελευθερωμένης ψυχανάλυσης θα πρέπει να γίνει τούτο: να μετατρέψει το στοιχείο της ασυνείδητης ανατροπής και της παθητικής αντίστασης, που εκφράζεται στην ασθένεια, σε συνειδητή πολιτική ανατροπή και ενεργητική πολιτική αντίσταση απέναντι στην ‘’άρρωστη’’ κοινωνία».
Βερολίνο, Δεκέμβριος 1972

2.      «Έτσι ο Στολιάρωφ αποφαίνεται: ‘’Η ψυχολογία του Φρόυντ είναι ‘’αντικοινωνική’’, αφού έχει υπερατομικιστικό χαρακτήρα’’. Κάθε πολιτική ή ψυχολογική θεωρία του αυθορμητισμού, είτε μιλούσε για την αυτοοργάνωση του εργάτη είτε για την ‘’αυτοοργάνωση των σεξουαλικών αναγκών’’ (Ραιχ), αντιμετωπίστηκε από τον υπερσυγκεντροποιημένο σταλινικό μηχανισμό του κόμματος και του κράτους σαν ‘’αναρχική απειλή’’. Έτσι η πολιτική παλινόρθωση της σταλινικής περιόδου βρήκε το καταλληλότερο σεξουαλπολιτικό της συμπλήρωμα στην επαναφορά των αστικών νόμων για την οικογένεια, την παιδεία, τον γάμο και τη σεξουαλικότητα. Όλα τα αντιδραστικά σεξουαλπολιτικά άρθρα που καταργήθηκαν μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση του 1917, όπως τα σχετικά με τις αμβλώσεις, την ομοφυλοφιλία, την απαγόρευση του διαζυγίου και των προφυλακτικών μέσων, επαναφέρθηκαν στη διάρκεια της σταλινοποίησης. Καταργήθηκαν επίσης τα ‘’μικτά σχολεία’’, που είχαν καθιερωθεί γενικά μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση.
Έτσι η ψυχανάλυση, ως θεωρία που αποκαλύπτει το ρόλο της σεξουαλικής καταπίεσης στην οικογένεια, τον γάμο και την εκπαίδευση, για τη δημιουργία της ‘’αυταρχικής προσωπικότητας’’, μπαίνει αυτόματα στον πίνακα των απαγορευμένων της σταλινικής Ιεράς Εξέτασης.
Η γραφειοκρατικοποίηση όλων των τομέων της ζωής, δημόσιων και ιδιωτικών, κάτω από τη δικτατορία του σταλινικού κομματικού και κρατικού μηχανισμού, έπρεπε να επιβεβαιωθεί και ψυχολογικά: η σταθεροποιημένη πια πατριαρχική μικρή οικογένεια γίνεται ψυχολογικός φορέας μετάδοσης του γραφειοκρατικού συγκεντρωτισμού και της σταλινικής προσωπολατρίας».
3.  «Ο Τρότσκυ υπήρξε ο μόνος από τους μπολσεβίκους ηγέτες που ήταν κάπως εξοικειωμένος με την ψυχανάλυση. Στο βιβλίο του Λογοτεχνία και Επανάσταση, ο Τρότσκυ περιγράφει διεξοδικά την καθοριστική επίδραση του κοινωνικού περιβάλλοντος πολλών Ρώσων επαναστατών και συγγραφέων, για την ανάπτυξη των συγκινησιακών, χαρακτηρολογικών και ιδεολογικών δομών αλλά και των μορφών έκφρασής τους· και στην αυτοβιογραφία του (Η Ζωή μου), αναλύει θαυμάσια την κοινωνικοψυχολογική βάση του αναθεωρητισμού μέσα στο εργατικό κίνημα, την κραυγαλέα αντίφαση ανάμεσα στην επαναστατική σκέψη και το στενόμυαλο, συντηρητικό συναισθηματικό κόσμο των αυστρομαρξιστών, που τους εμπόδισε ν’ αναπτύξουν μια πραγματικά επαναστατική πρακτική. Ο Τρότσκυ αναγνώρισε επίσης από πολύ νωρίς την ψυχολογική πλευρά του φασισμού, το αντισημιτικό και σοβινιστικό μίσος, που έγιναν τελικά ‘’υλική βία’’, και έβγαλε από εκεί σωστά συμπεράσματα όσον αφορά την τακτική και τη στρατηγική».
4.  «Χέρνλε: ‘’Η πολυκατοικία του σοσιαλιστικού μέλλοντος θα είναι ένα μεγάλο, ευάερο σπίτι, συντροφικά εξοπλισμένο με όλο τα επιτεύγματα της σύγχρονης τεχνικής όπου η κουζίνα, η θέρμανση, τα πλυντήρια και ο καθαρισμός του σπιτιού θα είναι συγκεντρωτικά οργανωμένα, αλλά θα υπάρχουν και κοινοί παιδικοί σταθμοί, παιδικές χαρές, λουτρά, λέσχες, βιβλιοθήκες και ιατρικά εργαστήρια, προσφέροντας στο σώμα και το πνεύμα εντελώς νέες δυνατότητες εκπαίδευσης. Στη θέση του ‘’σπιτικού’’, όπου ο μικροαστός νιώθει βολεμένος και γι’ αυτό το κάνει βάση μιας ανατροφής που θα ξυπνήσει μόνο εγωκεντρικά ένστικτα και ατομικιστικές αντιλήψεις, μπαίνει το μεγάλο συλλογικό σπίτι, που θα είναι συντροφικό και στενά συνδεμένο με την παραγωγή, το σχολείο και τη δημόσια ζωή. Αυτό θα γίνει έδαφος για μια νέα συλλογική ανατροφή και διαπαιδαγώγηση του μικρού παιδιού, για νέα συλλογικά πατρικά και μητρικά ένστικτα».
5.  «Όλες οι αστικές θεωρίες για την ασθένεια, άσχετο αν πρόκειται για την ψυχανάλυση, την ψυχοσωματική ιατρική, την ψυχολογία των επιχειρήσεων, την εργατική ιατρική, ή και την πρόσφατη ιατρική κοινωνιολογία, πάσχουν στο ίδιο βασικό σημείο: παραβλέπουν εντελώς ή περιγράφουν με υπεκφυγές και ευφημισμούς την πρωτογενή κοινωνική εστία της ασθένειας, τις καπιταλιστικές σχέσεις εργασίας. Βλέπουν δηλαδή την αιτία των ψυχασθενειών σε όλα τα δυνατά παράγωγα επιφαινόμενα: στο ‘’οιδιπόδειο σύμπλεγμα’’ (Φρόυντ), στο ‘’κακό κλίμα εργασίας’’ (Μπόρνεμαν), στον ‘’περίγυρο του τεχνικού βιομηχανικού πολιτισμού’’ (Μίτσερλιχ), στις ‘’εντάσεις των κοινωνικών ρόλων’’ (Πάρσονς) κ.λπ., αλλά ποτέ στην καπιταλιστική οργάνωση της εργασίας. Οι ευφημιστικές υπεκφυγές, όσον αφορά την παθολογία της καπιταλιστικής οργάνωσης της εργασίας, είναι εξίσου παλιές με αυτήν».
6.  «Η αυξανόμενη πτώση της παραγωγής εξαιτίας των ψυχασθενειών γεμίζει ανησυχία ακόμη και τα υψηλότερα κλιμάκια του καπιταλιστικού ’’οργανισμού υγείας’’. Έτσι ο Ρ.Τ. Κόλινς, πρόεδρος της Μικτής Επιτροπής Ψυχικής Υγείας των ΗΠΑ, σ’ ένα συνέδριο του Εθνικού Συμβουλίου Υγείας που έγινε στις ΗΠΑ παρουσιάζει τα εξής συμπεράσματα: ‘’Η ψυχασθένεια είναι ο συχνότερος λόγος για απουσία από τη δουλειά απ’ οποιαδήποτε σωματική ασθένεια, εκτός από το απλό κρυολόγημα. Το 80 με 90% των εργατών που απολύονται σήμερα οφείλει την απόλυσή του σε κοινωνική ανικανότητα(!), δηλαδή σε αδυναμία να συναναστραφεί τους άλλους ανθρώπους. Ένας στους τέσσερις εργάτες έχει ψυχικά προβλήματα, που του εκδηλώνονται σε απουσίες από την εργασία, σε δυσαρέσκεια, αλκοολισμό, ασθένεια, δυσφορία στη δουλειά και οργή με τους συναδέλφους και τους προϊστάμενους’’. Η τακτική του επίσημου ‘’απόστολου υγείας’’ του κεφαλαίου είναι τόσο σαφής, όταν φορτώνει στον εργάτη την ψυχασθένειά του σαν ‘’δικό του πρόβλημα’’ (π.χ. σαν ‘’ανικανότητα να συναναστραφεί τους άλλους ανθρώπους’’), όσο και η ανησυχία του γι’ αυτή την επεκτεινόμενη μορφή της άρνησης εργασίας μέσω της ασθένειας. Αφενός μεν το κεφάλαιο δείχνει αυξανόμενο ενδιαφέρον για την έρευνα των ‘’παθογόνων κοινωνικών παραγόντων’’, για να εμποδίσει με τα αντίστοιχα προφυλακτικά μέτρα την εντεινόμενη πτώση της παραγωγής εξαιτίας της ασθένειας· αφετέρου πρέπει να αποκρύψει τις πραγματικές αιτίες της μαζικής ψυχικής εξαθλίωσης, για να εμποδίσει μια διαδικασία πολιτικοποίησης στη βάση των εργατών».
7.  «Μαρξ: ‘’Ο εργάτης νιώθει τον εαυτό του μόνο έξω από την εργασία, και μέσα στην εργασία νιώθει εκτός εαυτού. Είναι στο στοιχείο του, όταν δε δουλεύει, κι όταν δουλεύει βρίσκεται έξω απ’ τα νερά του […]. Έτσι φτάνουμε στο αποτέλεσμα, ο άνθρωπος να νιώθει ελεύθερος και με ανθρώπινες λειτουργίες ανώτερες από του ζώου, ακριβώς στις ζωώδεις του λειτουργίες, το φαΐ, το πιοτό και την αναπαραγωγή, ίσως το πολύ και την κατοικία, τα στολίδια κ.λπ. Το ζωώδες γίνεται ανθρώπινο και το ανθρώπινο ζωώδες’’. Η κοινωνική βάση του ‘’νευρωτικού ανθρώπινου ζώου’’ που ‘’απώθησε’’ ο Φρόυντ είναι λοιπόν το αποξενωμένο από τον ίδιο τον εαυτό του ‘’εργατικό ζώο’’. Μαρξ: ‘’Η ζωή γίνεται για τον εργάτη μόνο μέσο εργασίας. Στην ίδια την εργασία ο εργάτης δεν είναι πια εργάτης, αλλά εργατικό ζώο’’.
Στο Κεφάλαιο, τέλος, ο Μαρξ παρουσιάζει την ιστορική διαδικασία της ‘’αυτοαποξένωσης του ανθρώπου’’, που ταυτίζεται με το ιστορικό της ασθένειάς του. Η ‘’παθογόνα’’ διάσταση της ‘’εργασίας’’ εμφανίζεται ιστορικά καθώς, με την πλήρη ανάπτυξη της εμπορευματικής παραγωγής, η ικανότητα εργασίας χωρίζεται από τους όρους πραγμάτωσής της, και η κοινωνική διαδικασία της εργασίας υποτάσσεται στη διαδικασία αξιοποίησης του κεφαλαίου. Μαρξ: ‘’Τα μέσα παραγωγής μετατρέπονται σε μέσο για την απομύζηση ξένης εργασίας. Δεν είναι πια ο εργάτης που χρησιμοποιεί τα μέσα παραγωγής, αλλά τα μέσα παραγωγής που χρησιμοποιούν τον εργάτη’’».
8.  «Αυτό έχει περιγραφεί ήδη από τον Μαρξ: ‘’Η δουλειά στις μηχανές τσακίζει προπάντων το νευρικό σύστημα, καταπιέζει τις πολύμορφες κινήσεις των μυώνων και στομώνει κάθε ελεύθερη σωματική και πνευματική δραστηριότητα. Ακόμη και η ευκόλυνση της δουλειάς [π.χ. με το μερικό αυτοματισμό κάτω από καπιταλιστικές συνθήκες, Σ.τ.Σ.] γίνεται όργανο μαρτυρίου, αφού η μηχανή δεν ελευθερώνει τον εργάτη, αλλά αδειάζει τη δουλειά από το περιεχόμενό της’’.  Οι Αμερικανοί εργάτες μιας βιομηχανίας αυτοκινήτων, που γίνονται αποσπασματικά αυτόματα παραρτήματα της υπεραυτόματης μηχανής, το εκφράζουν ορθά κοφτά: ‘’Εδώ στο νέο εργοστάσιο, οι μηχανές μας κυβερνούν’’. Εργάτες της Φίατ από το Μιραφιόρι, κοντά στο Τορίνο, που ερωτήθηκαν από μέλη του φοιτητικού κινήματος στα 1969, εκφράστηκαν έτσι για τη δουλειά τους: ‘’Δεν κάνει γι’ ανθρώπους, μόνο για ρομπότ, είναι δουλειά με τον κομμάτι κι απαιτεί κάτι παραπάνω από σωματική προσπάθεια, μια νευρική ένταση, μ’ άλλα λόγια, επιδρά αρνητικά στο ανθρώπινο νευρικό σύστημα’’ (Ρηλάντ)».
9.  «Οι εργάτες που δουλεύουν σ’ ένα αυτόματο υφαντήριο λένε τα εξής για το ‘’διευρυμένο πεδίο εργασίας’’ τους: ‘’Τώρα με τους 26 αργαλειούς δεν τα πάμε καθόλου καλά. Έχουμε πάρα πολλούς ιστούς. Τα νεύρα σου παρατεντώνονται, γίνονται κομματάκια. Έπειτα από δυο τρεις ώρες δουλειά, γίνεσαι λιώμα. Είμαστε υπεύθυνοι και για το εμπόρευμα, για το ελαττωματικό εμπόρευμα. Έχεις μπροστά σου 20 ιστούς, το σκάρτο υλικό δε λείπει ποτέ, και ξαφνικά αρχίζουν να μπερδεύονται, τρέχεις από δω κι από κει, ιδρώνεις και βράζεις και τρέμεις ολόκληρος’’ (Κερν/Σούμαν)».
10.   « Η ασυμφωνία του χρόνου εργασίας με το φυσικό ρυθμό ημέρας και νύχτας αναστατώνει ολόκληρο το νευρικό σύστημα: «Ένα μεγάλο ποσοστό εργατών που δουλεύουν με βάρδιες έχουν χαλασμένο στομάχι, γιατί ο οργανισμός δεν μπορεί να συνηθίσει τη συνεχή αλλαγή». Ο εργάτης δεν έχει συναίσθηση της φυσικής εναλλαγής ημέρας και νύχτας, αφού είναι αναγκασμένος να κοιμάται και να ξυπνά σε διαρκώς διαφορετικές ώρες, και μέσα στις τεχνητά φωτισμένες αίθουσες του εργοστασίου δεν ξεχωρίζει τον πραγματικό χρόνο. «Αυτός ο τρόπος ζωής καταδικάζει σε διαρκή φθορά την υγεία και σε ψυχικές διαταραχές, σε προβλήματα με την καρδιά, το κυκλοφοριακό και το στομάχι, σε αϋπνία και νευρική υπερδιέγερση» (Μπροκ κ.ά.).
Οι Συμανόφσκι/Βίλμαρ αναφέρουν: ‘’Από την αρχή κιόλας ο επόπτης μου είπε ότι διαλύονται πολλοί γάμοι εργατών που δουλεύουν με το σύστημα της βάρδιας’’».
11.   «Τα νέα συστήματα για την αξιοποίηση του χρόνου εργασίας παράγουν μια χρόνια νεύρωση σε μαζική έκταση· από τη μια ο φόβος μήπως δεν τα καταφέρουν στον ‘’προδιαγραμμένο χρόνο’’, από την άλλη πάλι ο φόβος μήπως μείνουν πίσω, αν σταματήσουν για λίγο, προκαλεί μια μόνιμη κατάσταση εκνευρισμού και διέγερσης που εκφράζεται και στη σημαντική αύξηση των εργατικών ατυχημάτων.  Κάθε χρόνο συμβαίνουν στη Δυτική Γερμανία 2,5 εκατομμύρια εργατικά ατυχήματα».
12.   «Μια ακόμα αιτία των ‘’λειτουργικών παθήσεων’’ είναι ο αδιάκοπος φόβος ανεργίας, που είναι συνηθισμένος για τους μισθοσυντήρητους. Έτσι ο Χάλινταιη (παραθέτει ο Πφλαντς) έδειξε πως η ανασφάλεια, που γεννιέται από την ανεργία, εκδηλώνεται σε μιαν αύξηση ψυχοσωματικών διαταραχών. Οι μεσόκοποι υπάλληλοι εμφανίζουν ιδιαίτερα αυτό το φόβο, γιατί είναι δυσκολότερο να ξαναβρούν δουλειά. Οι άνεργοι ασθενείς που ερεύνησε ο Πφλαντς είχαν συχνότερους πονοκεφάλους, ταραγμένο ύπνο και έλκος. Ο Γκάντουρεκ και ο Κόρνχαουζερ βρήκαν ένα συσχετισμό στις ψυχοσωματικές διαταραχές και το φόβο για απώλεια της εργασίας. Αυτός ο κοινωνικός φόβος, που μπορεί να ξεσπάσει σε λειτουργικά συμπτώματα, ενισχύεται σε περιοδικές κάμψεις του καπιταλιστικού οικονομικού κύκλου που, όπως ξέρουμε, οι επιχειρηματίες τις εκμεταλλεύονται για να εντείνουν την πειθαρχία και το φόβο των εργατών.
Όσο η εργατική τάξη δεν επαναστατεί ενάντια στις επιδεινωμένες νέες μορφές της εκμετάλλευσής της, θα επαναστατεί η καρδιά, το στομάχι, το κυκλοφοριακό κ.λπ. του μεμονωμένου ‘’άρρωστου’’ εργάτη, εναντίον του ίδιου· όσο ο ίδιος συνεχίζει να ‘’συμπράττει’’, παύει να συνεργάζεται το κυκλοφοριακό του. Όταν λέει ‘’κατά βάθος είμαι καλά’’, το στομάχι του τον βεβαιώνει για το αντίθετο. Π. Σνάιντερ: ‘’οι γυναίκες ρίχνουν αλλού τις αρρώστιες τους, λένε πως φταίνε άλλες αιτίες, έξω από τη δουλειά. Συχνά η αρρώστια χρησιμεύει σαν έκφραση ασυνείδητης ή συνειδητής διαμαρτυρίας για την αθλιότητα της δουλειάς’’. Όσο ο βιομηχανικός ή γραφειοκρατικός μερικός εργάτης ανέχεται να ‘’πραγματώνεται σαν απλό μέρος του σώματός του’’ (Μαρξ), το μέρος του σώματος (καρδιά, στομάχι, νεφρά κ.λπ.) θα κατεβαίνει, αντί για τον άνθρωπο, σε απεργία, δηλαδή θα ‘’νοσεί’’. Η απωθημένη ταξική σύγκρουση ‘’σωματοποιείται’’, δηλαδή παίρνει την ασυνείδητη και αυτοκαταστροφική μορφή της ‘’οργανικής νεύρωσης’’.