Τετάρτη 7 Ιανουαρίου 2026

ΑΛΗΘΕΙΕΣ ΚΑΙ ΨΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΗΝ «ΕΠΑΝΑΦΟΡΑ» ΤΩΝ ΣΥΛΛΟΓΙΚΩΝ ΣΥΜΒΑΣΕΩΝ

 Το βασικό είναι οι εργαζόμενοι να πάνε στα σωματεία τους και να διεκδικήσουν συμβάσεις με αυξήσεις αγωνιστικά

Η συλλογική διαπραγμάτευση και η συλλογική διεκδίκηση μπορούν
να ξαναγίνουν συνείδηση στους εργαζόμενους. Το βασικό βήμα είναι
να πάμε στα σωματεία μας, να τα μαζικοποιήσουμε, να τα θέσουμε
και πάλι σε αγωνιστική κινητικότητα.

 

Η μετά βαΐων και κλάδων, πανηγυρική και με ηχηρές τυμπανοκρουσίες ανακήρυξη της «επαναφοράς» των συλλογικών συμβάσεων εργασίας (μετά από μια δεκαπενταετία μνημονιακής διάλυσης του εργατικού δικαίου στη χώρα μας), σε κοινή συνέντευξη Τύπου της υπουργού Εργασίας Κεραμέως, του ΣΕΒ, της ΓΣΕΕ και λοιπών «φτωχών συγγενών» (μικρομεσαίοι εργοδότες), πέρα από την προπαγανδιστική στόχευσή της, έχει το δίχως άλλο μία μεγάλη χρησιμότητα: Αποτελεί την αναμφισβήτητη ομολογία της κυβέρνησης και των εργοδοτών ότι οι συλλογικές συμβάσεις εργασίας πρέπει να υπάρχουν και μπορούν να αποτελέσουν πολύτιμα εργαλεία στα χέρια των εργαζομένων. Η συνομολόγηση της αλήθειας αυτής δεν είναι αμελητέα, αν αναλογιστούμε ότι για τις τελευταίες γενιές εργαζομένων η έννοια της συλλογικής σύμβασης, άρα και της συλλογικής διεκδίκησης, ήταν άγνωστη.

Στις λεπτομέρειες τώρα. Ασφαλώς, η χρήση του όρου «επαναφορά» είναι ανακριβής και παραπλανητική. Στην πραγματικότητα, και με την επιφύλαξη να δούμε το ίδιο το νομοσχέδιο του υπουργείου, με βάση τις μέχρι στιγμής ανακοινώσεις μιλάμε για κάποιες βελτιώσεις, με παράλληλη διατήρηση όμως του μεγαλύτερου μέρους του αντεργατικού οπλοστασίου που έχει νομοθετηθεί όλα αυτά τα χρόνια.

Οι βασικές θετικές αλλαγές θα είναι οι εξής: α) Θα μπορεί να γίνεται με υπουργική απόφαση επέκταση συλλογικής σύμβασης που θα υπογράφεται από εργοδότες στους οποίους απασχολείται το 40% των εργαζομένων του κλάδου ή του επαγγέλματος (από 50% που ήταν μέχρι τώρα). β) Θα μπορεί να γίνεται επέκταση συλλογικής σύμβασης χωρίς έλεγχο του ανωτέρω ποσοστού κάλυψης, αν την υπογράφουν τριτοβάθμιες οργανώσεις (ΓΣΕΕ, ΣΕΒ, ΓΣΕΒΕΕ, ΕΣΕΕ κ.λπ.). γ) Επανέρχεται η μετενέργεια των συλλογικών συμβάσεων (που είχε καταργηθεί με τα μνημόνια), αλλά με κάποιους αστερίσκους.

Παρόλα αυτά: α) Παραμένει ο κατώτατος μισθός στον έλεγχο της κυβέρνησης, αφού μόνο αυτή θα μπορεί άνωθεν να τον καθορίζει. β) Διατηρείται η ισχύς όλων των εργασιακών νόμων της παρούσας κυβέρνησης,που αφήνουν μεγάλο έδαφος παράκαμψης των ΣΣΕ (ατομική «συμφωνία» για ωράρια, εξαίρεση από τις ΣΣΕ επιχειρήσεων που αντιμετωπίζουν «οικονομικά προβλήματα», επιχειρησιακές συμβάσεις κατώτερες της ΣΣΕ κ.λπ.). γ) Δεν επανέρχεται η παλιά αρχή της ευνοϊκότερης ρύθμισης, σύμφωνα με την οποία μεταξύ των διαφόρων συμβάσεων (ατομικής, επιχειρησιακής, κλαδικής, ομοιοεπαγγελματικής, τοπικής, εθνικής κ.λπ.) υπερισχύει η ευνοϊκότερη για τον συγκεκριμένο εργαζόμενο. δ) Παραμένει η απαγόρευση μονομερούς προσφυγής στη διαιτησία (που χρησιμοποιούσαν κυρίως τα σωματεία).

Και βέβαια, η κυβέρνηση έσπευσε να δηλώσει ότι δεν θα κάνει «υπερβολές», γιατί «δεν αντέχουν οι μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις» κ.λπ.

Είναι λοιπόν ξεκάθαρο ότι σε καμία περίπτωση δεν πρόκειται για επαναφορά στο προ των μνημονίων νομοθετικό εργασιακό καθεστώς, αλλά για κάποιες σταδιακές βελτιώσεις που αναγκάστηκε να κάνει η κυβέρνηση για να μετριάσει την κατάσταση εργασιακής ζούγκλας, κάτω από την πίεση τόσο της κοινωνικής δυσαρέσκειας όσο και της εκτεταμένης πλέον απροθυμίας των εργαζομένων να δουλέψουν σε ορισμένους κλάδους με τόσο άθλιους όρους (με αποτέλεσμα μεγάλες ελλείψεις προσωπικού σε κάποιους από αυτούς).

Χωρίς λοιπόν πανηγυρισμούς, το βασικό μήνυμα πρέπει να είναι ότι οι συλλογικές συμβάσεις εργασίας πρέπει να αποτελούν κεντρική στόχευση των εργαζομένων. Τα μικρά βήματα υποχώρησης της κυβέρνησης πρέπει να είναι το έναυσμα για μεγαλύτερη συμμετοχή στα σωματεία, στις συλλογικές διαδικασίες και στις συλλογικές διεκδικήσεις. Ο μαζικός αγώνας είναι ο μόνος δρόμος σωτηρίας και βελτίωσης της ζωής των εργαζομένων. Μόνο μέσα από αυτόν θα έρθουν πίσω και όλα όσα μας άρπαξαν με τη βία τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια. Όλα αυτά που από τη συνείδηση των εργαζομένων δεν έχουν κατορθώσει να τα ξεριζώσουν.

 

Βασίλης Παπανικολάου