Δευτέρα, 22 Ιουνίου 2015

ΓΙΑΝΝΗΣ ΒΕΡΟΥΧΗΣ

Τι μάθαμε κοντά σε έναν μεγάλο
Μαρξιστή επαναστάτη
(μέρος β΄)

Γιάννης-Βλαδίμηρος Βερούχης
Συνεχίζουμε από το προηγούμενο φύλλο μας την αναφορά μας για τα διδάγματα από τη ζωή και τη δράση του μεγάλου Κομμουνιστή-Τροτσκιστή ηγέτη Γιάννη-Βλαδίμηρου Βερούχη (που στις 4 Ιουνίου συμπληρώθηκαν 5 χρόνια από τον θάνατό του).

Ο Γιάννης Βερούχης, σε όλη του τη ζωή και την πολιτική του διαδρομή, έδωσε τεράστιο βάρος, όσο πολύ λίγοι, στο ζήτημα της ταξικής ηθικής. Ήταν απ’ αυτή την άποψη ένας μαθητής της ηρωικής τροτσκιστικής γενιάς της εποχής του πατέρα του, της γενιάς του μεσοπολέμου, όπου το να πει κανείς για κάποιον «αυτός είναι συμφεροντολόγος» ήταν η μεγαλύτερη βρισιά που μπορούσε να υπάρξει. Ενώ από τους μεγαλύτερους επαίνους ήταν «ο τάδε είναι ηθικό στοιχείο». Για τον Γιάννη, το ζήτημα αυτό δεν ήταν μόνο ζήτημα χαρακτήρα, αλλά βασικός «οπλισμός» στον αγώνα μας. Δεν μπορεί να υπάρχει επαναστατικό κίνημα χωρίς σχέσεις βασισμένες στην ταξική ηθική. Η οποία περιλαμβάνει μια σειρά από στοιχεία, όπως: την αυταπάρνηση, τη μεγαλοψυχία, τη συνειδητή καταπολέμηση κάθε έννοιας ατομικισμού, την πιο βαθιά ανθρώπινη αλληλεγγύη προς όλους τους καταπιεζόμενους, την άρνηση χρήσης μεθόδων όπως το ψέμα ή η εξαπάτηση έναντι των συντρόφων μας, την άρνηση της διπροσωπίας και του καιροσκοπισμού.
Και ακόμα την άρνηση κάθε υλικού «ανταλλάγματος» από την αστική κοινωνία, κάθε «προσφοράς» από αστικές ή ρεφορμιστικές δυνάμεις, που οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια στον ηθικό θάνατο του συνειδητού επαναστάτη. Χαρακτηριστικά εδώ αξίζει να πούμε ότι ο Γιάννης είχε αρνηθεί και τη συνδικαλιστική σύνταξη (που το αστικό κράτος καθιέρωσε για να εξαγοράζει τα στελέχη του εργατικού κινήματος), και κάθε «βράβευσή» του από το αστικό κράτος για την αντιδικτατορική του δράση, αλλά και προτάσεις να γίνει εργοδότης ή διευθυντικό στέλεχος. Όπως επίσης είχε αρνηθεί κατά τη διάρκεια της δικτατορίας τη θέση του οργανωτικού υπευθύνου του ΠΑΚ που του είχε προταθεί, διότι θεωρούσε ότι η οργάνωση αυτή είχε αστικούς και όχι σοσιαλιστικούς σκοπούς.

Συνειδητή προετοιμασία
Δυστυχώς, όλα αυτά έφτασαν κάποια στιγμή να θεωρούνται «ψιλά γράμματα», όταν το κίνημά μας αποκόπηκε από τις ρίζες του και γέμισε μικροαστικά στοιχεία χωρίς κανένα έρεισμα στην εργατική τάξη και τις παραδόσεις μας. Δεν είναι, όμως, τυχαίο ότι από εκεί και πέρα άρχισε και ο ιδεολογικός και πολιτικός εκφυλισμός, η περιθωριοποίηση από την ταξική πάλη, και όλα τα συνεπαγόμενα. Ο σύντροφος Γιάννης Βερούχης αντιστάθηκε σθεναρά σε αυτή την κατάπτωση, την πολέμησε σε όλα τα επίπεδα και έδωσε από την αρχή τη μάχη για να βγάλει μια νέα φουρνιά επαναστατών, με συνείδηση του δραματικού και ηρωικού μεγαλείου του αγώνα μας.
Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Γιάννης είχε καταφέρει να επιβληθεί ηθικά ακόμα και στους εργοδότες του. Εργοδότες τους οποίους είχε ταράξει στις απεργίες έφτασαν στο σημείο να τον θαυμάζουν σαν άνθρωπο και ακόμα να τον εμπιστεύονται μέσα στη δουλειά όσο κανέναν άλλο. Οι αστοί, φυσικά, δεν μπορούν ποτέ να αποκτήσουν τη δική μας ηθική. Μπορούν, όμως, σε ορισμένες περιπτώσεις να αντιληφθούν την ηθική υπεροχή μας και αυτό το στοιχείο παίζει μεγάλο ρόλο στην πάλη.
Μέσα σε όλη τη σκέψη, τη δράση, τη ζωή του Γιάννη βασικός άξονας ήταν η συνειδητή προετοιμασία για την κομμουνιστική κοινωνία της ισότητας και της ελευθερίας. Πίστευε ότι ο ολοκληρωμένος επαναστάτης πρέπει να συμπεριφέρεται λαμβάνοντας υπ’ όψιν του πώς θα ήταν οι σχέσεις των ανθρώπων στην κομμουνιστική κοινωνία για την οποία παλεύουμε. Και αυτό παρόλο που γνώριζε, βέβαια, ότι ο άνθρωπος που έχει διαπαιδαγωγηθεί μέσα στη διεφθαρμένη αστική κοινωνία δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να φτάσει στο επίπεδο του αυριανού σοσιαλιστικού ανθρώπου. Συχνά μας έλεγε: «Δεν έχει σημασία αν οι ιδέες μας θα επικρατήσουν μετά από 10, 50 ή 100 χρόνια. Για να γίνει αυτό όμως, όποτε γίνει, πρέπει να παλέψουμε από τώρα».
Ήταν επίμονος και μαχητικός στην πολιτική αντιπαράθεση, εντός ή εκτός οργάνωσης, αλλά ποτέ άδικος ή εριστικός. Ποτέ δεν επιχείρησε να εκμεταλλευθεί κάποια προσωπική αδυναμία ενός συντρόφου για να επιβάλει τη δική του άποψη. Ούτε καν το διανοούνταν. Αντίθετα, γνωρίζω προσωπικά περιπτώσεις που προστάτευσε και υπερασπίστηκε συντρόφους με τους οποίους βρισκόταν σε πολιτική διαφωνία. Θεωρούσε ότι σε κάθε αντιπαράθεση δεν έπρεπε να δίνεται καμιά συνέχεια από τη στιγμή που θα τελείωνε η αντίστοιχη συνεδρίαση. Γι’ αυτό και επέμενε στην παλιά μπολσεβίκικη συνήθεια να τελειώνει κάθε συνεδρίαση με εγκάρδια χειραψία όλων των συμμετεχόντων.

Ο τύπος του μαρξιστή επαναστάτη
Σε όλη του τη ζωή «έχτισε» για τον εαυτό του και δίδαξε στους νεότερους συντρόφους του τον τύπο του ολοκληρωμένου μαρξιστή επαναστάτη. Του απόλυτα αφοσιωμένου στο σκοπό, του αδιάλλακτου πάνω στις ιδέες, του ανυποχώρητου στην πάλη· αλλά και του απόλυτα διαλλακτικού και μεγαλόψυχου απέναντι στους συντρόφους, του ανθρώπου που τον διακρίνει ένας πλούσιος συναισθηματικός κόσμος. Του αυτοπειθαρχημένου και ψύχραιμου· του ενεργητικά υπομονετικού και, παράλληλα, τολμηρού (το σύνθημα του Δαντόν από τη Γαλλική Επανάσταση «τόλμη, και πάλι τόλμη, και ακόμα περισσότερη τόλμη» ήταν το αγαπημένο του). Του ανθρώπου που υποτάσσει όλες τις πτυχές της ζωής του στις ιδέες του, χωρίς όμως να γίνεται «κοσμοκαλόγερος» και «ερημίτης», νοοτροπία που ο Γιάννης τη θεωρούσε μικροαστική και επιβλαβή. Του ανθρώπου που οι επαναστατικές αντιλήψεις και συνήθειες περνούν σε όλη την καθημερινότητά του σαν το πιο φυσικό πράγμα. Χαρακτηριστικά να αναφέρουμε ότι εδίδαξε σε όλους μας την ανάγκη της απόλυτης ακρίβειας στα ραντεβού (για λόγους οργανωτικούς, ασφαλείας αλλά και στοιχειώδους ευγένειας προς αυτόν που μας περιμένει) και επέμενε ότι αυτό δεν πρόκειται ποτέ να μας γίνει συνήθεια αν δεν το τηρούμε σε όλα τα ραντεβού μας, και όχι μόνο στα πολιτικά. Όταν ένας σύντροφος έφυγε για ταξίδι στην επαρχία έχοντας ξεχάσει το μεταξύ τους τηλεφωνικό ραντεβού, ο Γιάννης, για λόγους εκπαιδευτικούς, πήρε χωρίς δεύτερη σκέψη το επόμενο τρένο και τον ακολούθησε. Όταν τελικά ήρθαν σε επικοινωνία, ο Γιάννης του είπε: «Σύντροφε, δεν με ειδοποίησες και ανησύχησα». Ασφαλώς την τεράστια αναγκαιότητα αυτών των οργανωτικών κανόνων την είχε επιβεβαιώσει ο ίδιος σε δύσκολες συνθήκες, όπως οι συνθήκες της παρανομίας κατά τη διάρκεια της Χούντας. Μας έλεγε ότι δεν είναι δυνατόν κάποιος να πιστεύει στην επαναστατική ανατροπή του καπιταλισμού και να μην είναι προετοιμασμένος για συνθήκες παρανομίας, να μην εκπαιδεύεται από τα πριν στη λογική του συνωμοτισμού. Κάτι τέτοιο θα ήταν σαν να διαφημίζει την αστική δημοκρατία και «ομαλότητα», σαν να διαφημίζει έμμεσα τον καπιταλισμό.
Ο τύπος του ολοκληρωμένου μαρξιστή επαναστάτη προϋποθέτει ένα υψηλό επίπεδο και μια ισορροπία όσον αφορά το ιδεολογικό, πολιτικό, οργανωτικό και αγωνιστικό στοιχείο. Ο Γιάννης ήταν μεγάλος ιδεολόγος, με γνώσεις και θεωρητική κατάρτιση πολύ πάνω απ’ ό,τι θα περίμενε κανείς για έναν εργάτη που οι συνθήκες της Κατοχής δεν του επέτρεψαν καν να τελειώσει το γυμνάσιο. Επέμενε για την ανάγκη ενός πλούσιου μορφωτικού περιβάλλοντος και ενός κλίματος μέσα στην οργάνωση που να ευνοεί την εκπαίδευση και την αυτομόρφωση. Συχνά μας ξάφνιαζε με τις γνώσεις του στα πιο διαφορετικά αντικείμενα, ενώ μια από τις μεγαλύτερες ικανότητές του ήταν να παίρνει ιδέες από παντού, να αξιοποιεί κάθε καλή σκέψη, χωρίς να σνομπάρει κανέναν και τίποτα. Δεν χρειάζεται, βέβαια, να πούμε τίποτα για το πολιτικό πεδίο, γιατί εκεί είναι γνωστό ότι πήρε δύσκολες, τολμηρές πολιτικές θέσεις που δικαιώθηκαν (για τη φύση του ΠΑΣΟΚ, το μεταναστευτικό, την ουτοπία της Ε.Ε., την απειλή των κινέζικων προϊόντων κ.λπ.), όταν άλλοι που εμφανίζονταν ως μεγάλοι διανοούμενοι παρέμεναν σταθερά στην ασφάλεια του «ήξεις αφίξεις». Δεν χρειάζεται, επίσης, να αναφερθούμε ιδιαίτερα στη σχέση του Γιάννη με το οργανωτικό ζήτημα, αφού πραγματικά υπήρξε ο μετρ του οργανωτικού, ο μόνος ουσιαστικά που ενδιαφέρθηκε να αναδείξει την πολιτική του σημασία και να το ξαναβάλει σε άμεση πρακτική εφαρμογή στο εργατικό κίνημα.

Η οικοδόμηση ενός πρότυπου μαχητικού εργατικού σωματείου, όπως ήταν το
 σωματείο των λιθογράφων εργατών, στην οποία πρωταγωνίστησε ο Γιάννης 
Βερούχης, παραμένει μια τεράστια παρακαταθήκη για το ελληνικό εργατικό
 κίνημα, αλλά και για την επαναστατική πρωτοπορία.
Ο τύπος του μαχητή
Πέρα απ’ όλα αυτά, όμως, ο Γιάννης ήταν ένας άνθρωπος του αγώνα, της δράσης, ένας ακτιβιστής. Που του άρεσαν οι άνθρωποι της δράσης, ενώ υποτιμούσε τους επαγγελματίες συζητητές, τους ανθρώπους των γραφείων, τους «πολύξερους», αυτούς που με διάφορες δικαιολογίες απέχουν από την έμπρακτη πάλη. Παρότι οι ανάγκες της οργάνωσης τον ανάγκαζαν να κλείνεται ατέλειωτες ώρες στο δωμάτιό του για να προετοιμάσει το επόμενο φύλλο της Σοσιαλιστικής Προοπτικής, ή στα γραφεία μας για να παρουσιάσει ένα σεμινάριο, ωστόσο όλοι ξέραμε πολύ καλά ότι η καρδιά του φτερούγιζε (ακόμα και σε πολύ προχωρημένη ηλικία) όταν άκουγε για απεργίες και συγκεντρώσεις – όπου πάντα εμφανιζόταν πρώτος και στεκόταν στο πιο «επίκαιρο» σημείο.
Ίσως η σημαντικότερη συνεισφορά του Γιάννη Βερούχη ήταν, ότι, όντας ένας έμπρακτος πρωτοπόρος μαχητής του εργατικού κινήματος, κατάφερε να ξανακάνει μάχιμη την πολιτική του κομμουνισμού-τροτσκισμού της εποχής μας! Και να διαπαιδαγωγήσει μια ολόκληρη φουρνιά νέων αγωνιστών ακριβώς στη λογική της μάχης!
Τελειώνουμε αυτό το άρθρο κρατώντας αυτή την εικόνα για το σύντροφό μας, την εικόνα του μαχητή, όπως του άρεσε να τον αντιμετωπίζουν και όπως μας άρεσε και εμάς να τον αντιμετωπίζουμε. Αν μιλήσαμε λίγο παραπάνω αυτή τη φορά για αυτόν, δεν το κάναμε γιατί μας αρέσουν οι εξιδανικεύσεις. Αλλά μελετώντας την ιστορία και τη ζωή των σημαντικών συντρόφων μας βγάζουμε συμπεράσματα για το κίνημά μας, εξοπλιζόμαστε με πρότυπα, παραδείγματα, ιδέες για τα μεγάλα καθήκοντα που μπαίνουν μπροστά στο κίνημά μας. Και ο σύντροφος ο Γιάννης ο Βερούχης είναι ακριβώς μια ζωντανή «παρακαταθήκη» στον αγώνα μας!


Πάρις Δάγλας