Παρασκευή, 1 Ιουλίου 2016

Θέλουν να γυρίσουν την εργατική τάξη έναν αιώνα πίσω

Μπορεί τα αιματηρά μέτρα του 3ου Μνημονίου να πέρασαν από το εξευτελισμένο κοινοβούλιο-όργανο των τοκογλύφων, αλλά υπάρχει ακόμα ένας λογαριασμός ανοιχτός. Η κυβέρνηση Τσίπρα θα πρέπει να νιώσει καλά –και να φροντίσουμε εμείς για αυτό– ότι, αν επιχειρήσει να επιβάλει τα δουλοκτητικού χαρακτήρα μέτρα που ζητούν οι «δανειστές» και το εγχώριο κεφάλαιο στο εργασιακό, θα έχει υπογράψει τον πολιτικό της θάνατο.

Ο ξεσηκωμός της γαλλικής εργατικής τάξης μπορεί να γίνει εφαλτήριο για την αφύπνιση όλου του ευρωπαϊκού προλεταριάτου. Δεν θα γίνουμε δούλοι στον 21ο αιώνα για να επιβιώσει το ιστορικά τελειωμένο καπιταλιστικό σύστημα!


1. Όταν ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας δηλώνει «θα υπερασπιστούμε την εργασία, όπως υπερασπιστήκαμε την πρώτη κατοικία και τις συντάξεις», η ελληνική εργατική τάξη οφείλει να συνειδητοποιήσει ότι έχει μπροστά της μια μεγάλη μάχη, μια μάχη κρίσιμη για την ίδια την ύπαρξή της. Στις διαπραγματεύσεις για το εργασιακό, που έχουν ξεκινήσει ήδη και αναμένεται να ολοκληρωθούν στις αρχές του φθινοπώρου, οι δανειστές απαιτούν την κατεδάφιση και των τελευταίων εργατικών δικαιωμάτων που έχουν απομείνει σε αυτή τη χώρα. Συμμάχους τους έχουν τους εγχώριους καπιταλιστές, οι οποίοι μέσα από τα διάφορα επιτελεία τους (ΣΕΒ) όχι μόνο στηρίζουν την αντεργατική επίθεση αλλά –όπως το έκαναν από το ξεκίνημα του μνημονίου– πλειοδοτούν σε αντεργατικό μένος. Χαρακτηριστική περίπτωση η κατάργηση του 13ου και 14ου μισθού στον ιδιωτικό τομέα, που δεν υπήρχε στο τραπέζι κατά την έναρξη των διαπραγματεύσεων, μέχρι που ο πρόεδρος του ΣΕΒ Θ. Φέσσας άνοιξε το θέμα με δηλώσεις του.
Όσο για τη στάση της κυβέρνησης; Τα είπε όλα ο Τσίπρας. Στο θέμα της προστασίας της πρώτης κατοικίας, στο ασφαλιστικό, αλλά και σε όλα τα άλλα προαπαιτούμενα για την «αξιολόγηση», η κυβέρνηση ξεκίνησε παριστάνοντας τον υπερασπιστή των φτωχών και των αδυνάτων και κατέληξε αποδεχόμενη το σύνολο των θέσεων των δανειστών. Ε, δεν έχουμε κανένα λόγο να πιστεύουμε ότι στο εργασιακό θα σηκώσει τα κατεβασμένα παντελόνια της.
Για να μην ξεχνιόμαστε, τις τελευταίες εβδομάδες έχουν περάσει από τη Βουλή: α) Το νέο ασφαλιστικό, που μειώνει συντάξεις, αυξάνει εισφορές και υπονομεύει συνολικά την κοινωνική ασφάλιση. β) Το νέο φορολογικό, που μειώνει το αφορολόγητο και φορτώνει νέα βάρη σε μισθωτούς και μικρομεσαίους. γ) Το προληπτικό μνημόνιο («δημοσιονομικός κόφτης»), που προαναγγέλλει αέναες περικοπές στις κρατικές δαπάνες, με έμφαση στους μισθούς των δημοσίων υπαλλήλων και τις συντάξεις. δ) Η Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων, ένα εντελώς ανεξέλεγκτο από την κυβέρνηση και τη Βουλή επιτελείο, στο οποίο θα περάσουν ουσιαστικά όλες οι αρμοδιότητες του υπουργείου Οικονομικών. ε) Το υπερταμείο «αξιοποίησης της δημόσιας περιουσίας», στο οποίο εντάχθηκαν ακόμα και οι αστικές συγκοινωνίες και το οποίο θα οργανώσει το μεγάλο ξεπούλημα της δημόσιας περιουσίας και των κρατικών οργανισμών που έχουν απομείνει. στ) Η αύξηση του ΦΠΑ στο 24% και οι νέοι έμμεσοι φόροι, που χτυπάνε ακόμα περισσότερο την ήδη καταρρακωμένη αγοραστική δύναμη των μεσαίων και κατώτερων στρωμάτων. ζ) Η εκχώρηση όλων των δανείων (ακόμα και των εξυπηρετούμενων!) σε κερδοσκοπικά funds. Εδώ αξίζει να σημειώσουμε ότι τελικά δεν εξαιρέθηκαν ούτε τα δάνεια με εγγύηση του δημοσίου (π.χ. σεισμοπαθών ή δημόσιων οργανισμών), ενώ τα στεγαστικά δάνεια για πρώτη κατοικία έως 140.000 ευρώ δεν θα πωλούνται μεν σε κερδοσκοπικά funds αλλά θα εκχωρείται η «διαχείρισή» τους. Δηλαδή, δεν είναι Γιάννης, είναι Γιαννάκης.
Για να μην είμαστε όμως άδικοι, η κυβέρνηση κέρδισε και κάτι στη διαπραγμάτευση: μια αόριστη υπόσχεση για την έναρξη συζητήσεων για την «ελάφρυνση» του χρέους, ελάφρυνση που σε καμιά περίπτωση δεν θα περιλαμβάνει «κούρεμα», δηλαδή πραγματική μείωση του χρέους. Η εν λόγω συζήτηση δεν πρόκειται να ξεκινήσει πριν από το 2018 και είναι από την αρχή υπονομευμένη, αφού Ε.Ε. και ΔΝΤ διαφωνούν για τη βιωσιμότητα του χρέους και τα μέτρα που χρειάζονται.

2. Για να επανέλθουμε στο εργασιακό, οι δανειστές και οι ντόπιοι καπιταλιστές συνεργάτες τους έχουν ανοίξει ένα πλούσιο «μπουκέτο» από κάθε είδους φρικαλεότητα που θα μπορούσαν να φανταστούν προκειμένου να μετατρέψουν τους Έλληνες εργάτες σε δούλους.
Το ένα κομμάτι αυτής της επίθεσης αφορά μέτρα τα οποία αποσκοπούν στο να ακινητοποιήσουν ή και να διαλύσουν εντελώς τα συνδικάτα, μέτρα που οχυρώνουν την εργοδοτική ασυδοσία από κάθε δυνατότητα αντίστασης των εργατών. Τέτοια είναι η δραστική συρρίκνωση των συνδικαλιστικών αδειών και της προστασίας των συνδικαλιστών από απόλυση, η αύξηση των ημερών προειδοποίησης για απεργία, το να εγκρίνεται μια απεργία υποχρεωτικά από το 50%+1 των μελών του σωματείου, η επαναφορά της ανταπεργίας (λοκάουτ). Αυτά θα προσπαθήσουν να τα δικαιολογήσουν με τη γνωστή προπαγάνδα για τα «υπερβολικά προνόμια» των συνδικαλιστών του δημοσίου. Ε, τότε γιατί δεν εξαιρούν από αυτά τα μέτρα τα σωματεία του ιδιωτικού τομέα; Απάντηση βέβαια δεν υπάρχει, γιατί ο στόχος τους είναι όλη η εργατική τάξη, όλοι οι μισθωτοί.
Το δεύτερο κομμάτι της επίθεσης περιλαμβάνει τα μέτρα που χτυπάνε κατευθείαν στον «πυρήνα» των εργασιακών σχέσεων και των αμοιβών, δηλαδή τα μέτρα της πλήρους κινεζοποίησής μας. Τέτοια είναι η κατάργηση του 8ώρου και των υπερωριών μέσω της «διευθέτησης» του εργάσιμου χρόνου από τον εργοδότη, η επέκταση των ελαστικών σχέσεων εργασίας με δουλοκτητικού τύπου συμβάσεις (όπως τα «συμβόλαια μηδενικών ωρών»), η «απελευθέρωση» των απολύσεων, η κατάργηση των τριετιών και κάθε είδους ωρίμανσης, ενώ συζητιούνται ακόμα μια νέα μείωση του κατώτερου μισθού, το παραπέρα πετσόκομμα των αποζημιώσεων κ.λπ.
Μέσα σε όλον αυτό τον ορυμαγδό, η κυβέρνηση έχει το θράσος να ισχυρίζεται ότι θα αποκαταστήσει την ισχύ των συλλογικών συμβάσεων. Μα πώς είναι δυνατόν να δεχθούν οι δανειστές κάτι που βρίσκεται σε αντίθετη λογική από αυτή που προσυπέγραψε και η ίδια η κυβέρνηση το περασμένο καλοκαίρι;
Στο εργασιακό κάθε προσπάθεια του ΣΥΡΙΖΑ να βαφτίσει το κρέας ψάρι, να παραστήσει ότι κρατάει «ισορροπίες» δεν θα έχει καμία τύχη. Εδώ θα μιλήσει το γνήσιο ταξικό μίσος, η αγανάκτηση εκατομμυρίων μισθωτών από τα μαρτύρια που έχουν υποφέρει μέσα στις επιχειρήσεις τα τελευταία έξι χρόνια. Από την άλλη, είναι προφανές ότι το τελευταίο στήριγμα αυτής της κυβέρνησης είναι η ανοχή ενός κομματιού της εργατικής τάξης, μια ανοχή που δεν σημαίνει σε καμία περίπτωση πολιτική υποστήριξη προς την κυβέρνηση και την τελευταία περίοδο μειώνεται εμφανέστατα. Αν η κυβέρνηση τη χάσει οριστικά, με δεδομένο ότι έχει χάσει ήδη τη μικροαστική τάξη της πόλης και της υπαίθρου, τότε η αντίστροφη μέτρηση για την πτώση της θα έχει ξεκινήσει. Αυτός είναι ο ένας λόγος που αυτή τη μάχη μπορούμε να την κερδίσουμε, αρκεί βέβαια να τη δώσουμε με ενότητα, αποφασιστικότητα, τόλμη και με την εντελώς πραγματική αίσθηση ότι δεν έχουμε και τίποτα άλλο πια να χάσουμε.
Ο άλλος λόγος είναι ο… αέρας που φυσάει από την Ευρώπη. Όπου αντίστοιχα εργασιακά μέτρα έχουν ξεσηκώσει τη γαλλική εργατική τάξη και έχουν ανεβάσει τις αγωνιστικές διαθέσεις σε αρκετές ακόμα χώρες. Εμείς οι Έλληνες εργάτες πρέπει να πάρουμε αυτά τα παραδείγματα και να προετοιμαστούμε από τώρα για την κρίσιμη αναμέτρηση που θα ξεδιπλωθεί το φθινόπωρο.

3. Την ίδια στιγμή, το πιο πρωτοπόρο και πιο σκεπτόμενο κομμάτι του εργαζόμενου λαού πρέπει να «διαβάσει» σωστά τη συγκυρία και τις προοπτικές, ώστε να μπορέσει να παίξει ρόλο πραγματικά προωθητικό στην επόμενη στροφή.
Οι προοπτικές της κυβέρνησης να «σταθεροποιήσει» την κατάσταση είναι περιορισμένες. Πριν καν επιδράσουν οι συνέπειες του φορολογικού και των άλλων μέτρων, τα στοιχεία δείχνουν σημαντική μείωση του ΑΕΠ (στο πρώτο τρίμηνο του 2016) και μεγάλη αύξηση των λουκέτων. Θα ήταν λάθος, ωστόσο, να αποκλείσουμε την πιθανότητα μιας κάποιας βελτίωσης της ψυχολογίας στην «αγορά», που μπορεί να φέρει μια μικρή κινητικότητα σε επενδυτικά σχέδια. Βέβαια, μιλάμε κυρίως για «αρπαχτές» στον δημόσιο πλούτο και εξαγορές πτωχευμένων επιχειρήσεων, αφού ούτε η κυβέρνηση ούτε κάποιο κομμάτι της εγχώριας αστικής τάξης έχουν κανένα σχέδιο για σοβαρές παραγωγικές επενδύσεις.
Είναι σημαντικό ότι, παρά τον τωρινό αρνητικό ταξικό συσχετισμό, το πολιτικό εκκρεμές δεν κινείται προς τα δεξιά. Ο νεοφιλελεύθερος Μητσοτάκης απέχει πολύ από το να κερδίσει τη δυσαρεστημένη μικροαστική τάξη, το μνημονιακό κέντρο παραπαίει, οι φασίστες της Χρυσής Αυγής δεν κατάφεραν να επωφεληθούν ούτε από το προσφυγικό.   
Τώρα είναι κρίσιμο να βγουν μπροστά φρέσκες δυνάμεις, αυτές που έχουν πληγεί λιγότερο από τις αυταπάτες για μια «αριστερή» διαχείριση του χρεοκοπημένου ελληνικού καπιταλισμού. Ευκαιρίες για να ξαναμπούν κομμάτια του λαού στο δρόμο της ενεργοποίησης και της αντίστασης θα υπάρξουν. Ακόμα και τούτη τη στιγμή έχουμε σημαντικές κινητοποιήσεις στα λιμάνια, τις συγκοινωνίες και τον χώρο της υγείας. Οι αγώνες έξι χρόνων ενάντια στο μνημόνιο δεν έχουν πάει χαμένοι. Αν η κυβέρνηση νομίζει ότι ο ελληνικός λαός έχει δώσει καμιά συγκατάθεση στις άθλιες συμφωνίες της με τους «δανειστές», είναι πολύ γελασμένη – και θα το διαπιστώσει σύντομα. Οι μικρές, αλλά όχι ασήμαντες, πρωτοπόρες δυνάμεις μέσα στο εργατικό κίνημα οφείλουν να συντονιστούν, να δοκιμάσουν νέες μεθόδους δράσης και να εκμεταλλευθούν και την παραμικρή θρυαλλίδα που θα ανοίξει τη μάχη του εργασιακού. Ούτως ώστε να φτάσουμε στην κρίσιμη περίοδο του φθινοπώρου, όπου θα επίκειται η ψήφιση αυτών των οργουελικών μέτρων, με την καλύτερη δυνατή προετοιμασία. Αυτός ο αγώνας πρέπει να δοθεί, και να δοθεί όπως αρμόζει στις ακατάβλητες αγωνιστικές παραδόσεις της ελληνικής εργατικής τάξης!

8.6.2016
Η Συντακτική Επιτροπή