Κυριακή, 19 Απριλίου 2015

Η ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΟΜΟΛΟΓΕΙ ΤΟ ΜΝΗΜΟΝΙΑΚΟ ΕΓΚΛΗΜΑ


Οι μισθοί τσακίστηκαν αλλά οι τιμές δεν έπεσαν, όπως υποστήριζε το
 μνημονιακό καθεστώς. Η προπαγάνδα περί «ανταγωνιστικότητας»
 αποδείχτηκε μια καλοστημένη απάτη
Από μελέτη του πιο επίσημου οργάνου του εγχώριου καπιταλισμού, της Τράπεζας της Ελλάδος, μαθαίνουμε πως την περίοδο 2010-2013, το κόστος παραγωγής μειώθηκε κατά 3,3% περίπου, ενώ παράλληλα ο πληθωρισμός έτρεχε με ρυθμούς 2%. Κι αυτό ενώ είναι πασίγνωστο ότι την ίδια χρονική περίοδο η μείωση του εργατικού μισθού ήταν τεράστια – στην πραγματικότητα τουλάχιστον 35%-40%. Η έκθεση αποδέχεται ως αιτία αυτού του «παράδοξου» τα «ολιγοπώλια», που λυμαίνονται αρκετούς κλάδους της οικονομίας και ειδικά εκείνους της παραγωγής και εμπορίας αγαθών, των καυσίμων και των τροφίμων. Η αντίληψη, ωστόσο, ότι φταίνε τα «ολιγοπώλια» περισσότερο συγκαλύπτει τις πραγματικές αιτίες παρά τις εξηγεί.

Σε μια χώρα που τα ποσοστά κέρδους από πριν την κρίση ήταν υψηλότερα σε σχέση με τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες, μέσα στην κρίση, με τη συμβολή της μικρής έστω μείωσης του κόστους παραγωγής και διατηρώντας τις τιμές ψηλά, οι εταιρείες διατήρησαν την κερδοφορία τους. Είναι στη φύση του καπιταλισμού να λειτουργεί κερδοσκοπικά, ανεξαρτήτως των διαφόρων συγκυριών, ακόμα και αυτών των οικονομικών κρίσεων. Η λιτότητα είναι «αναγκαία», αλλά μόνο όταν την υφίστανται οι εργαζόμενοι και στο βαθμό που αξιοποιείται ως επαρκές πρόσχημα για να νομιμοποιεί την εξαθλίωσή τους. Επομένως, ξεκάθαρα οι μισθοί μειώθηκαν για να συντηρηθούν τα κέρδη των επιχειρήσεων.
Παρ’ όλα αυτά, παραμένει εντυπωσιακό ότι η μεγάλη μείωση των αμοιβών περιορίστηκε σε μείωση του κόστους παραγωγής μόνο κατά 3,3%. Γιατί έγινε αυτό; Οι μισθοί συμμετέχουν στην τελική τιμή των προϊόντων περίπου κατά 15-18%. Η συρρίκνωσή τους περιόρισε και άλλο τη συμμετοχή αυτή, στο 10-12%. Η επίθεση λοιπόν στους μισθούς, δηλαδή το πολύ μικρότερο τμήμα του κόστους παραγωγής, είναι ταυτόχρονα και μια ομολογία της πλήρους αδυναμίας, αλλά και απροθυμίας, των Ελλήνων καπιταλιστών να αντιμετωπίσουν τα ανελαστικά έξοδα της παραγωγής προϊόντων· τις πρώτες ύλες, τη συντήρηση εξοπλισμού, την αγορά νέου εξοπλισμού, το κόστος ενέργειας, την επένδυση στην καινοτομία και έρευνα, τη φορολόγηση κ.λπ. Πρώτες ύλες και ό,τι έχει σχέση με τον εξοπλισμό εισάγεται, άρα οι τιμές καθορίζονται από τη διεθνή αγορά. Το ενεργειακό κόστος όπως και το κόστος δανεισμού αυξήθηκαν κατακόρυφα, ακολουθώντας τις επιταγές του πολύ μεγάλου παρασιτικού και τραπεζικού κεφαλαίου. Έρευνα και καινοτομία ουσιαστικά έχουν παγώσει, προκαλώντας έλλειμμα ποιότητας των ελληνικών προϊόντων. Έτσι, οποιαδήποτε μείωση μισθών αντισταθμίστηκε από αυτές τις αιτίες.
Από την άλλη, δεν έγινε καμία προσπάθεια βελτίωσης της ποιότητας των ελληνικών προϊόντων ή επενδύσεις σε παραγωγή αγαθών υψηλής τεχνολογικής στάθμης, που αν γίνονταν δεν θα υπήρχε τόσο μεγάλη μείωση μισθών. Το αντίθετο, εκβιαστικά οδηγήθηκαν στο λουκέτο ακόμα και πολλές επιχειρήσεις που διέθεταν μια παραγωγική δυναμική. Αυτό είναι μια συνέπεια του απολύτως παρασιτικού χαρακτήρα των δυνάμεων που κυριαρχούν σήμερα μέσα στον ελληνικό καπιταλισμό. Φυσικά, δεν λαμβάνουμε υπόψη καν το ενδεχόμενο οι Έλληνες καπιτα-ληστές να περιόριζαν και λίγο την κερδοφορία τους, ώστε να διατηρήσουν την «ανταγωνιστικότητα» των προϊόντων τους αλλά και τους τζίρους τους! Αντ’ αυτού, επέλεξαν την εύκολη λύση, να τσακίσουν μισθούς και εργασιακά δικαιώματα και ταυτόχρονα να μας «διαπαιδαγωγήσουν» σε μια αντίληψη ότι το βιοτικό επίπεδό μας ήταν υψηλότερο από αυτό που δικαιούμαστε. Η νομιμοποίηση μιας σύγχρονης δουλοπαροικίας μόλις ξεκινούσε. Η Τράπεζα της Ελλάδος, με δυο λόγια, ομολογεί στην έκθεσή της ότι όλο το μνημονιακό σχέδιο της μεγαλοαστικής τάξης είχε σκοπό τη μετακύλιση του κόστους της κρίσης στους εργαζόμενους.
Είναι γνωστό ότι οι ταξικές συγκρούσεις οξύνονται σε περιόδους οικονομικών κρίσεων. Ως εργαζόμενοι έχουμε βρεθεί στη μέγγενη μιας ανελέητης ληστείας  των εισοδημάτων μας από τη μια αλλά και της κερδοφορίας της κυρίαρχης ελληνικής μεγαλοαστικής τάξης, που συνεχίζει να καλπάζει, από την άλλη. Ο πόλεμος που διεξάγεται είναι ταξικός και έχει ακόμα πολύ δρόμο μπροστά του. Οι πολιτικές εξελίξεις των τελευταίων μηνών δείχνουν ότι μπορούμε και θέλουμε να ανατρέψουμε την πορεία που μας έχουν ορίσει. Μας πολεμούν αλλά και μας φοβούνται. Να δικαιώσουμε τους φόβους τους!


Θωμάς Θαλασσινός