Παρασκευή 7 Οκτωβρίου 2022

ΣΩΤΗΡΗΣ ΤΣΙΓΑΡΙΔΗΣ Μια ηγετική φυσιογνωμία του επαναστατικού εργατικού κινήματος

Ο Σωτήρης Τσιγαρίδας, πιθανότατα στα τέλη 
της δεκαετίας του ΄40
Το ελληνικό κομμουνιστικό-τροτσκιστικό κίνημα –οι ρίζες του οποίου ξεκινούν από το ιδιότυπο επαναστατικό κίνημα του αρχειομαρξισμού– έχει μια πλούσια και λαμπρή ιστορία. Μια ιστορία αγώνων, θυσιών, κατακτήσεων υπέρ της ελληνικής εργατικής τάξης, αλλά και ακατάβλητης επιμονής και αντοχής πάνω στον ιερό σκοπό της αλλαγής του κοινωνικού συστήματος. Μια ιστορία αφοσιωμένων αγωνιστών, που με την αυτοθυσία τους και την αποφασιστικότητά τους κέρδιζαν συχνά τον θαυμασμό ακόμη και των πολιτικών τους αντιπάλων, ακόμη και των εχθρών τους. Μια ιστορία όμως που έχει «θαφτεί» και συκοφαντηθεί τόσο από την αντίδραση και τον σταλινισμό, όσο όμως δυστυχώς και από ορισμένους ανάξιους «επιγόνους». 

Μέσα σε αυτή τη συστηματική αποσιώπηση, που κράτησε αρκετές δεκαετίες, έχουν λησμονηθεί και πολλές σπουδαίες μορφές επαναστατών εργατών και επαναστατών ηγετών. Ένας από αυτούς υπήρξε και ο Σωτήρης Τσιγαρίδης. Στο επαναστατικό κίνημα ήταν περισσότερο γνωστός ως Γιάννης Ποντίκης, γιατί αυτό ήταν το ψευδώνυμο που κυρίως χρησιμοποιούσε.

 

Τα πρώτα βήματα – Ο αρχειομαρξισμός

Για να πάρουμε μια ιδέα για το τι ήταν ο Σωτήρης Τσιγαρίδης, αρκεί μόνο να πούμε το εξής: ήταν επί σειρά ετών το κορυφαίο στέλεχος στη Βόρεια Ελλάδα του Αρχείου του Μαρξισμού και της ΚΟΜΛΕΑ, με τεράστια συμβολή στην ανάπτυξη του επαναστατικού εργατικού κινήματος. Το Αρχείο του Μαρξισμού ήταν μια ιδιότυπη ελληνική επαναστατική κομμουνιστική οργάνωση, η οποία ακολούθησε μια «παράλληλη» πορεία με αυτή του ΚΚΕ και έφτασε στις αρχές της δεκαετίας του ’30 να «κοντράρεται» σχεδόν στα ίσα με το ΚΚΕ μέσα στο οργανωμένο εργατικό κίνημα. Ήλεγχε 50 εργατικά σωματεία ανά την Ελλάδα, συν τα τρία μεγάλα πληβειακά κινήματα της εποχής, των αναπήρων και θυμάτων πολέμου, των φυματικών και των ανέργων. Διέθετε περί τα 2.500 αφοσιωμένα μέλη, στη μεγάλη πλειοψηφία τους προλετάριους, οι οποίοι, χάρη στο υψηλό πολιτικό τους επίπεδο, τη λενινιστική οργανωτική τους συγκρότηση, αλλά και την ταξική τους ηθική, έδωσαν ένα πραγματικά άφθαστο πρότυπο κομμουνιστικής δράσης μέσα στην εργατική τάξη. 

Το Αρχείο του Μαρξισμού πέρασε διάφορες φάσεις, καθώς προσπαθούσε να καθορίσει τη στρατηγική του, σε συνάρτηση και με την πορεία του ΚΚΕ, που ήταν τότε ασφαλώς το επίσημο τμήμα της Τρίτης (Κομμουνιστικής) Διεθνούς στην Ελλάδα. Ερχόμενοι σε επαφή με τον Λέοντα Τρότσκυ, οι αρχειομαρξιστές αναγνώρισαν ότι η κριτική του στη σταλινική ηγεσία της ΕΣΣΔ και της Τρίτης Διεθνούς ήταν σωστή. Έτσι συνδέθηκαν με τον Τρότσκυ, αναγνωρίστηκαν ως το ελληνικό τμήμα της Διεθνούς Αριστερής Αντιπολίτευσης και το 1930 μετονομάστηκαν σε ΚΟΜΛΕΑ (Κομμουνιστική Οργάνωση Μπολσεβίκων-Λενινιστών Αρχειομαρξιστών). 

Ο Σωτήρης Τσιγαρίδης εμφανίζεται για πρώτη φορά στο κίνημα ως μέλος της νεολαίας του ΣΕΚΕ (Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα Ελλάδος), προδρόμου του ΚΚΕ, στις αρχές της δεκαετίας του 1920. Πολύ σύντομα εντάσσεται στην Κομμουνιστική Ένωση, μια οργάνωση-πρόδρομο του αρχειομαρξισμού, που έκανε κριτική στο ΣΕΚΕ ότι παραμένει επί της ουσίας ρεφορμιστικό και ότι δεν προσπαθεί να φτιάξει κομμουνιστικά στελέχη με την ανάλογη μαρξιστική κατάρτιση. Η οργάνωση αυτή εξέδιδε το περίφημο περιοδικό «Κομμουνισμός». Ήδη όμως το 1921, τα περισσότερα μέλη της Κομμουνιστικής Ένωσης προσχώρησαν και πάλι στο ΣΕΚΕ, υπό την πίεση της Τρίτης Διεθνούς. Το 1922 ο Τσιγαρίδης δουλεύει εμποροϋπάλληλος και αναλαμβάνει επικεφαλής της παράταξης του ΣΕΚΕ στο σωματείο εμποροϋπαλλήλων. Επρόκειτο για ένα από τα ελάχιστα οργανωμένα σωματεία εκείνης της εποχής, αν και δεν κατακτήθηκε ποτέ από την αριστερά. Τα περισσότερα από τα μέλη της Κομμουνιστικής Ένωσης που είχαν επιστρέψει στο ΣΕΚΕ έβγαλαν γρήγορα το συμπέρασμα ότι στο κόμμα δεν είχε αλλάξει κάτι που να δικαιολογεί την ενσωμάτωσή τους σε αυτό. Υπό την ηγεσία του Φραγκίσκου Τζουλάτι, του πρώτου Έλληνα διεθνιστή κομμουνιστή και βασικού στελέχους της αριστερής πτέρυγας του ΣΕΚΕ στο ιδρυτικό του συνέδριο το 1918, τα μέλη αυτά αποφάσισαν να φτιάξουν μια νέα οργάνωση. Αυτή η οργάνωση στην αρχή λειτουργούσε μυστικά μέσα στο ΣΕΚΕ. Έτσι δημιουργήθηκε ο περίφημος Πρώτος Πυρήνας, το πρόπλασμα του αρχειομαρξιστικού κινήματος. 

Ο Σωτήρης Τσιγαρίδης είχε την τύχη να είναι ένα από τα μέλη του θρυλικού Πρώτου Πυρήνα, που έβγαλε μερικά από τα καλύτερα επαναστατικά στελέχη εκείνης της εποχής. Οι υπόλοιποι ήταν: Φραγκίσκος Τζουλάτι, Γιώργος και Γρηγόρης Σαραντίδης, Χρήστος Δεδούσης, Λευτέρης Αποστόλου, Κώστας Γκοβόστης, Νίκος Φωτόπουλος, Παναγιώτης Καββαδάς και Κατσάνος. Το 1923 εκδίδεται το περιοδικό «Αρχείον του Μαρξισμού», με μεταφράσεις ξένων μαρξιστικών έργων, με σκοπό την εκπαίδευση κομμουνιστικών στελεχών. Την ίδια χρονιά βρίσκουμε τον Σωτήρη Τσιγαρίδη να κάνει μαθήματα στους αρτεργάτες, μια δουλειά από την οποία βγήκαν κορυφαίοι αρχειομαρξιστές συνδικαλιστές (π.χ. Αλέκος Σάκκος), οι οποίοι και κατέκτησαν το σωματείο των αρτεργατών. Ο Τσιγαρίδης ήταν λοιπόν ο καθοδηγητής του πυρήνα που έδωσε στον αρχειομαρξισμό μια από τις πρώτες μεγάλες συνδικαλιστικές του επιτυχίες.

 

Στη Θεσσαλονίκη

Σε αντίθεση με τις (όχι και τόσο καλοπροαίρετες) απόψεις ότι οι αρχειομαρξιστές έβαζαν τη θεωρία πάνω από τη δράση, η οργάνωση εμφανίζει γρήγορα μια οργιώδη δραστηριότητα. Το 1925 ο Τσιγαρίδης στέλνεται από την οργάνωση στη Θεσσαλονίκη, με αποστολή να επεκτείνει τον αρχειομαρξισμό σε όλη τη Βόρεια Ελλάδα. Και εδώ αρχίζει μια μικρή εποποιία. Σε έναν χώρο που ήταν προνομιακός για το ΚΚΕ, λόγω της μεγάλης του δύναμης στους καπνεργάτες, οι αρχειομαρξιστές θα σημειώσουν σημαντικές επιτυχίες. Μαζί με τους Π. Σαλονικιό (Παναγιώτης Πολάτος) και Γιαννακουρέα ο Τσιγαρίδης θα σχηματίσει την πρώτη ηγεσία του αρχειομαρξισμού στη Βόρεια Ελλάδα. Ο πρώτος αρχειομαρξιστής που κερδήθηκε από τον Τσιγαρίδη στη Θεσσαλονίκη ήταν ο Πελάγιος Σαρρής. Το όνομά του θα πάρει, επτά χρόνια αργότερα, η κόρη του Σωτήρη Τσιγαρίδη και της Κατίνας Εμμανουηλίδου, Πελαγία. Σε αυτό, όμως, θα επανέλθουμε.

Οι αρχειομαρξιστές θα κερδίσουν γρήγορα σημαντικά στελέχη από το ΚΚΕ, όπως τον Γιώργο Μακρόπουλο, μαζί με μια μεγάλη ομάδα νεολαίων του κόμματος. Συγκροτείται η Περιφερειακή Επιτροπή Θεσσαλονίκης και Δυτικής Μακεδονίας, με αδιαφιλονίκητο ηγέτη τον Τσιγαρίδη. Ιδρύουν μια μικρή κομματική επιχείρηση, για να βγάζουν τα οικονομικά του τοπικού τμήματος, με αξιοσημείωτη επιτυχία. Μεγάλη τομή στην ιστορία του αρχειομαρξισμού στη Θεσσαλονίκη ήταν η ίδρυση των «Κόκκινων Σχολείων» (έτσι τα ονόμασε ο αστικός Τύπος της εποχής), όπου υπό συνθήκες μυστικότητας προπαγανδίζονταν και στρατολογούνταν μαθητές και μαθήτριες, φοιτητές, αλλά και νεαροί εργάτες και εργάτριες. Από αυτά τα «σχολεία» θα βγουν σπουδαίοι αγωνιστές και αγωνίστριες, με δράση στο εργατικό και νεολαιίστικο κίνημα της πόλης. Θα βγουν, επίσης, αγωνίστριες πρώτης γραμμής που θα βάλουν και τις βάσεις της παρέμβασης της οργάνωσης στο γυναικείο κίνημα, όπως η Αμαλία Δελή και η Ωρεοζίλ Λεβί. 

 

Μέσα στο πλατύ κίνημα


Πρωτοσέλιδο ενός από τα πρώτα φύλλα της
 
«Πάλης των Τάξεων»
Η οργάνωση της Θεσσαλονίκης κατάφερε να κάνει τον αρχειομαρξισμό μια ιδιαίτερα υπολογίσιμη δύναμη μέσα στο εργατικό κίνημα της πόλης. Κέρδισε για μια σημαντική περίοδο τα σωματεία τσαγκαράδων, κλωστοϋφαντουργών, λιθογράφων, ξενοδοχοϋπαλλήλων, εφημεριδοπωλών, γκαρσονιών και οικοδόμων και για μικρότερη περίοδο τα σωματεία καπνεργατών, ραπτεργατών, επισιτιστών και τυπογράφων. Στην καλύτερο περίοδό τους, τέλη δεκαετίας του ’20 με αρχές της δεκαετίας του ’30, οι αρχειομαρξιστές ήλεγχαν κατά μέσο όρο 8 σωματεία στη Θεσσαλονίκη, που αντιπροσώπευαν 1.000 εργάτες, και είχαν ισχυρή παρουσία σε άλλα 10. Όπως είχαν φτιάξει στην Αθήνα την 50μελή Επιτροπή Ανέργων, έτσι και στη Θεσσαλονίκη έφτιαξαν την 30μελή Επιτροπή Ανέργων. Μέσα από αυτές τις δύο επιτροπές, αλλά και άλλες μικρότερες συνοικιακές, οι αρχειομαρξιστές κυριολεκτικά εγκαινίασαν το κίνημα των ανέργων στη χώρα μας, αφότου η εργατική τάξη χτυπήθηκε από τα κύματα της μεγάλης παγκόσμιας κρίσης (που ξεκίνησε στις ΗΠΑ το 1929). 

Στις αρχές του 1933, η ΚΟΜΛΕΑ εμφανίζει στη Θεσσαλονίκη 308 μέλη, καθώς και 21 συνδικαλιστικές φράξιες. Η οργάνωση διέθετε επίσης βιβλιοπωλείο στη Θεσσαλονίκη, που έκανε και σημαντικές εκδόσεις, όπως το «Και τώρα;» του Τρότσκυ. 

Ο Σωτήρης Τσιγαρίδης, όμως, θα κάνει και μια άλλη μεγάλη συνεισφορά στο επαναστατικό κίνημα αυτά τα πρώτα χρόνια της δράσης του στη Θεσσαλονίκη. Είναι η άψογη λειτουργία του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού που αυτός εισήγαγε στο τμήμα Θεσσαλονίκης του Αρχείου. Υπήρχε πραγματική δημοκρατία στη λειτουργία της οργάνωσης και απολύτως δημοκρατική εκλογή των οργάνων. 

Από το 1929, οι επαναστατικές-κομμουνιστικές οργανώσεις και το εργατικό κίνημα σε όλη την Ελλάδα δέχονται μια ανελέητη τρομοκρατία με βάση το Ιδιώνυμο του Βενιζέλου. Συλλήψεις, ξυλοδαρμοί, φυλακίσεις, εξορίες, διαλύσεις οργανώσεων και συνδικάτων. Ο αντικομμουνισμός γίνεται επίσημη ιδεολογία του καθεστώτος, ενώ ειδικά στη Θεσσαλονίκη η τρομοκρατία από τους χωροφύλακες και τους χαφιέδες είναι απερίγραπτη. Εμφανίζονται φασιστοειδείς συμμορίες, όπως η ΕΕΕ (Εθνική Ένωση Ελλάς, «τριεψιλίτες»), οι οποίες, ενθαρρυμένες από το ίδιο το κράτος, προβαίνουν σε δολοφονικά πογκρόμ κατά του εβραϊκού στοιχείου της πόλης. Οι αρχειομαρξιστές μπαίνουν μπροστά για την υπεράσπιση της εβραϊκής φτωχολογιάς και κινητοποιούνται διαρκώς πάνω στα αιτήματα της εργατικής τάξης και ενάντια στην τρομοκρατία του Ιδιώνυμου. 

Μέσα σε αυτή την εκρηκτική κατάσταση και αυτές τις εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες, ο Σωτήρης Τσιγαρίδης γνωρίζει την Κατίνα Εμμανουηλίδου. Ατρόμητη αγωνίστρια, που είχε ήδη διακριθεί στον καπνεργατικό κίνημα του Πειραιά, στέλνεται από την οργάνωση στη Θεσσαλονίκη το 1930 για πολιτική δουλειά στα καπνεργοστάσια και ιδίως στις καπνεργάτριες. Οι δυο τους γίνονται σύντροφοι ζωής, η Κατίνα μένει έγκυος, αλλά οι διώξεις και οι δοκιμασίες του αγώνα θα χωρίσουν το ζευγάρι βίαια και πολύ γρήγορα. Το 1932 η Κατίνα γεννά την Πελαγία, την ίδια χρονιά συλλαμβάνεται (για πολλοστή φορά), καταδικάζεται και φυλακίζεται. Στη συνέχεια στέλνεται στις Φυλακές Αβέρωφ στην Αθήνα, απ’ όπου θα πραγματοποιήσει την περίφημη απόδραση την Πρωτοχρονιά του 1933 – η πρώτη γυναίκα αγωνίστρια που δραπέτευσε από τις φυλακές στην ιστορία της Ελλάδας! Ωστόσο, με ιδιαίτερα βεβαρυμένη την υγεία της, θα πεθάνει τον Απρίλιο του 1933. Όμως, ο σύντροφός της, πριν από αυτά, είναι ήδη και αυτός φυλακισμένος. Συνελήφθη σε προσυνεδριακή συγκέντρωση της οργάνωσης, δικάστηκε και καταδικάστηκε σε 4 χρόνια φυλακή και 3 εξορία. Θα μείνει συνολικά μια δεκαετία φυλακισμένος ή εξόριστος.

 

Εξορία και απόδραση

Η δικτατορία του Μεταξά (1936) βρίσκει λοιπόν τον Τσιγαρίδη εξόριστο στη Γαύδο. Είχε προηγηθεί όμως και ένα μεγάλο χτύπημα στο ελληνικό κομμουνιστικό-τροτσκιστικό κίνημα, καθώς το 1934 η ΚΟΜΛΕΑ διασπάστηκε, σε αυτούς που συμφωνούσαν με την ίδρυση μιας νέας Διεθνούς, της Τετάρτης Διεθνούς, υπό τον Τρότσκυ, και σε αυτούς που, αν και στην ουσία παρέμεναν τροτσκιστές, διαφωνούσαν. Στους δεύτερους επικεφαλής ήταν ο Δημήτρης Γιωτόπουλος, και αυτή την τάση ακολούθησε ο Τσιγαρίδης. Αυτοί ονομάστηκαν ΚΑΚΕ (Κομμουνιστικό Αρχειομαρξιστικό Κόμμα Ελλάδος) και συνέχισαν να βγάζουν την εφημερίδα της ΚΟΜΛΕΑ, την «Πάλη των Τάξεων».   

Το 1937 ο Τσιγαρίδης κάνει την πρώτη απόπειρα απόδρασης από τη Γαύδο. Μαζί με τους συντρόφους του Δίπλα, Παναγιωτάκο, Λαμπρόπουλο κ.ά. θα διαφύγουν με μια βάρκα, όμως θα τους πιάσουν λίγο αργότερα οι χωροφύλακες σε κάποιο χωριό των Χανίων όπου κρύβονταν. Ακολουθεί ο πόλεμος στην Αλβανία, η εισβολή των Γερμανών στην Ελλάδα και η έναρξη της Κατοχής. Στο τέλος Μαΐου 1941 η Κρήτη θα πέσει και αυτή στα χέρια των Γερμανών. Οι Γερμανοί αποφασίζουν να συγκεντρώσουν όλους τους κομμουνιστές εξόριστους στα αστικά κέντρα, καθώς η επιτήρησή τους στα μικρά νησιά δεν ήταν εύκολη. Έτσι εκκενώνουν τη Γαύδο και μεταφέρουν αρχικά τους εξόριστους στη φυλακή των Χανίων. Στη συνέχεια, τους παίρνουν με ένα καραβάκι να τους μεταφέρουν στον Πειραιά. Όταν ένα άλλο καραβάκι πλησίασε, δημιουργήθηκε προς το παρόν μια σύγχυση, και ο Τσιγαρίδης μαζί με τον Δίπλα και τον Προλετάριο βρήκαν την ευκαιρία να διαφύγουν. Στην ίδια ομάδα ήταν και ο γνωστός Γιάννης Ταμτάκος, που το έσκασε αργότερα, από το Τμήμα Μεταγωγών στον Πειραιά. 

Μετά τη φοβερή πείνα του χειμώνα ’41-’42, που έστειλε τόσο κόσμο στον θάνατο, ιδίως στις πόλεις, αρχίζει να φουντώνει το κίνημα της Αντίστασης. Δυστυχώς δεν έχουμε συγκεκριμένες πληροφορίες για τυχόν αντιστασιακή δράση του Σωτήρη Τσιγαρίδη. Είναι όμως δεδομένο ότι η οργάνωσή του, το ΚΑΚΕ, πήρε θέση, πιο ξεκάθαρα από όλες τις οργανώσεις τροτσκιστικής αναφοράς, υπέρ της συμμετοχής στην Αντίσταση. Συγκρότησε αντιστασιακές ομάδες σε πολλές περιοχές της Ελλάδας (Δυτική Μακεδονία, Πωγώνι Ηπείρου, Μεσσηνία κ.α.), με ιδιαίτερα αξιόλογη δράση. Ο ηγέτης του ΚΑΚΕ, Δημήτρης Γιωτόπουλος, κατάφερε να διαφύγει της σύλληψης επί δικτατορίας Μεταξά, παρότι τον είχαν επικηρύξει με μεγάλο ποσό. Πολέμησε στην Ισπανία κατά των φασιστών του Φράνκο, μέσα από τις Διεθνείς Ταξιαρχίες, και στη συνέχεια κατέφυγε στη Γαλλία. Έτσι, ο Τσιγαρίδης έμεινε ο ουσιαστικός ηγέτης του ΚΑΚΕ και έγινε και επισήμως γραμματέας του. 

Η σταλινική ηγεσία του ΚΚΕ, προφανώς με εντολή απ’ τον Στάλιν, αποφάσισε προς το τέλος της Κατοχής και αμέσως μετά την «Απελευθέρωση» να εξοντώσει τους τροτσκιστές και όλους όσοι έκαναν κριτική στο ΚΚΕ από τα αριστερά. Έδειξαν ιδιαίτερη μανία ιδίως εις βάρος των τροτσκιστών και αρχειομαρξιστών που συμμετείχαν στην Αντίσταση. Από αυτούς φοβόνταν ότι μπορούν να επηρεάσουν τα μέλη του ΚΚΕ, με τη διεθνιστική τους προπαγάνδα και με τις προειδοποιήσεις τους –που επιβεβαιώθηκαν πλήρως– ότι οι Σύμμαχοι δεν θα έρχονταν στην Ελλάδα για να απελευθερώσουν τον ελληνικό λαό, αλλά για να ματοκυλήσουν το κίνημα της Αντίστασης και να επαναφέρουν τον ζυγό των καπιταλιστών, των παλιών αστικών κομμάτων και του Γκλύξμπουργκ. Οι αρχειομαρξιστές πέρασαν μαζικά από το λεπίδι του σταλινισμού, στο Αγρίνιο, στην Ήπειρο, στη Μακεδονία και σε άλλες περιοχές. Κράτησαν όλοι τους ηρωική στάση, δεν πρόδωσαν τις αρχές τους, δεν υπέστειλαν τη σημαία τους. Όπως ακριβώς είχαν κάνει και απέναντι στα εκτελεστικά αποσπάσματα των Ναζί κατακτητών, και κατά τη διάρκεια όλων των μακροχρόνιων διώξεων που είχαν υποστεί από το αστικό κράτος. Εδώ οφείλουμε να αναφέρουμε ότι ένας από τους Έλληνες που στάλθηκαν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης των Ναζί στη Γερμανία και εξοντώθηκαν εκεί ήταν και ο αδερφός του Σωτήρη Τσιγαρίδη, ο Βαγγέλης Τσιγαρίδης, που ήταν τυπογράφος και ενεργός αρχειομαρξιστής αγωνιστής.

 

Μετά την Κατοχή


Ο Σωτήρης Τσιγαρίδας στη Θεσσαλονίκη
Το ΚΑΚΕ είχε δεχθεί σφοδρά χτυπήματα από τη δολοφονική μανία του σταλινισμού, αλλά και από την αντίδραση, ωστόσο προσπάθησε να συνεχίσει τη δράση του. Ξαναβγήκε η «Πάλη των Τάξεων», στην οποία μάλιστα ο Τσιγαρίδης δημοσίευσε ένα πολύ σημαντικό ντοκουμέντο, με τίτλο «Ο αρχειομαρξισμός, συμβολή στην ιστορία του» (καλοκαίρι 1946, σε συνέχειες). Το είχε γράψει στην εξορία, το 1937. Τον Δεκέμβριο του 1946 ο Τσιγαρίδης ήταν ο ένας από τους τρεις εκπροσώπους του ΚΑΚΕ που πήραν μέρος στις συζητήσεις που οργάνωσε το ΚΚΕ με άλλες αριστερές οργανώσεις. Το ΚΚΕ σε εκείνη τη φάση αρνούνταν ότι είχε προβεί σε δολοφονίες τροτσκιστών και αρχειομαρξιστών. Ο Τσιγαρίδης το απέδειξε με αδιάσειστα στοιχεία, αναφερόμενος θαρρετά σε σειρά δολοφονημένων από τον σταλινισμό συντρόφων του. Με την έναρξη του Εμφυλίου, το ΚΑΚΕ συνέχισε αρχικά στη γραμμή που είχε στην Κατοχή, υποστηρίζοντας κριτικά το ΚΚΕ, αναδεικνύοντας όμως και τα καταστροφικά για το κίνημα λάθη της ηγεσίας του και την προδοσία του Στάλιν έναντι του ευρωπαϊκού προλεταριάτου (Συμφωνία της Γιάλτας κ.λπ.). Ωστόσο, προς το τέλος του Εμφυλίου άλλαξε γραμμή, άλλαξε άποψη ως προς τη φύση του ΚΚΕ και της ΕΣΣΔ και στράφηκε προς τον σοσιαλιστικό χώρο. Σίγουρα οι δολοφονίες τόσων μελών του από τον σταλινισμό έπαιξαν ρόλο σε αυτό, όπως έπαιξαν ρόλο και οι ιδεολογικές συνέπειες της διάσπασης του 1934. Ωστόσο, δεν είναι στους σκοπούς του άρθρου αυτού να επεκταθεί σε αυτό το ζήτημα. 

Το φύλλο της «Πάλης των Τάξεων» που κυκλοφόρησε
μετά τον εμπρησμό του Κάμπελ από τους 
φασιστές
Η δράση του Σωτήρη Τσιγαρίδη συνέχισε να καταγράφεται και τις δεκαετίες ’50 και ’60 (η «Πάλη των Τάξεων» είχε σταματήσει να βγαίνει από το 1948), κυρίως μέσα από μια προσπάθεια ενοποίησης των σοσιαλιστικών ομάδων της εποχής, μέσα από τη συμμετοχή στον Σοσιαλιστικό Σύνδεσμο και γύρω από την προώθηση της ιδέας των Ενωμένων Σοσιαλιστικών Πολιτειών της Ευρώπης. Ο Σωτήρης Τσιγαρίδης πέθανε το 1974. Ό,τι άποψη και να έχει κανείς για την τάδε ή τη δείνα περίοδο της πολυκύμαντης πορείας του αρχειομαρξιστικού ρεύματος στην Ελλάδα, στη ζυγαριά βαραίνει η τεράστια προσφορά του Σωτήρη Τσιγαρίδη για την οργάνωση της ελληνικής εργατικής τάξης και για τη συγκρότηση της επαναστατικής πρωτοπορίας της. 

 

Πάρις Δάγλας