Σάββατο, 25 Νοεμβρίου 2017

Δουλειές-μισθούς-συντάξεις για να ζούμε με αξιοπρέπεια

Ντόπιοι εργοδότες, ξένοι «δανειστές» και κυβέρνηση μιλούν για «ανάκαμψη», εννοώντας πρώτα και κύρια ανάκαμψη των κερδών. Θέτουν όμως ως προϋπόθεση τη «συνέχιση των μεταρρυθμίσεων», εννοώντας ακόμα μεγαλύτερη ασυδοσία του κεφαλαίου εις βάρος των εργαζομένων. Η πιο επείγουσα «μεταρρύθμιση» που έχει ανάγκη η χώρα είναι θέσεις εργασίας, μισθούς και συντάξεις για να επιβιώσει ο λαός με αξιοπρέπεια.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση κινείται σε μια κατάσταση σύγχυσης, ενδοαστικών αντιθέσεων και πολιτικής αστάθειας. Σε όλη την Ευρώπη, το εργατικό κίνημα πρέπει να εκμεταλλευθεί αυτή την κατάσταση για να προωθήσει τις θέσεις του και να ανοίξει έναν δρόμο αντεπίθεσης.



1. Το κυρίαρχο «αφήγημα» της κυβέρνησης, των εγχώριων καπιταλιστικών επιτελείων και των «δανειστών» είναι ότι, ύστερα από 7 χρόνια μνημονίου (και 9 χρόνια μείωσης του ΑΕΠ), η χώρα μας έχει μπει στη φάση της οικονομικής ανάκαμψης. Φυσικά, όλοι αυτοί μας προειδοποιούν ότι η «σταθεροποίηση της ανάκαμψης» θα εξαρτηθεί από την «πιστή τήρηση του προγράμματος», το «γρήγορο κλείσιμο των αξιολογήσεων» και την «προώθηση περαιτέρω μεταρρυθμίσεων» – όπως ονομάζουν κατ’ ευφημισμόν τα μέτρα που λύνουν τα χέρια των ντόπιων και ξένων κεφαλαιοκρατών και δένουν χειροπόδαρα την εργατική τάξη και τα μικρομεσαία στρώματα. 
Για το κατά πόσον η οικονομία πάει όντως καλύτερα θα κάνουμε λόγο πιο κάτω. Αυτό που απασχολεί, όμως, τη συντριπτική πλειονότητα του εργαζόμενου ελληνικού λαού είναι αν μπορεί να κερδίσει κάτι από αυτό, προκειμένου να στηρίξει τη ρημαγμένη από τα μνημόνια και την κρίση ζωή του. Εδώ πρέπει να είμαστε ξεκάθαροι. Θα κερδίσουμε τίποτα ή σχεδόν τίποτα, εκτός αν το διεκδικήσουμε αποφασιστικά, με την οργάνωση και τους αγώνες μας.
Δεν χρειάζεται μεγάλη ανάλυση πάνω σε αυτό. Ας δούμε μόνο τι γίνεται στην υπόλοιπη Ευρώπη, η οποία με βάση τα επίσημα οικονομικά στοιχεία έχει βγει από την ύφεση εδώ και κάποια χρόνια. Παντού γίνεται λόγος για «εξορθολογισμό» (δηλαδή λιτότητα), εργασιακές (διάβαζε αντεργατικές) «μεταρρυθμίσεις», αντι-απεργιακά μέτρα κ.λπ. Οι ευρωπαϊκές αστικές τάξεις στο σύνολό τους όχι μόνο δεν σκέπτονται να κάνουν παραχωρήσεις στους λαούς τους αλλά κοιτάνε να πάρουν πίσω κι άλλα δικαιώματα, κι άλλες κατακτήσεις. Κι αυτό δεν έχει να κάνει μόνο με τη γενικότερη παρακμή του καπιταλισμού, αλλά και με την ολοένα πιο μειονεκτική θέση της Ευρώπης στον παγκόσμιο ανταγωνισμό έναντι της Αμερικής και της Ασίας, καθώς και με το αδιέξοδο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που όχι μόνο δεν προωθεί τη σύγκλιση των οικονομιών των κρατών-μελών της αλλά ευνοεί την απόκλιση.
Από το τελευταίο, όμως, προκύπτει ως φυσική συνέπεια και η πυροδότηση μεγάλων πολιτικο-κοινωνικών ανακατατάξεων σε όλη την Ευρώπη. Το καταλανικό ζήτημα, το Brexit, η πολιτική κρίση στη Γερμανία (που δυσκολεύεται να βγάλει κυβέρνηση), η άνοδος του ευρωσκεπτικισμού οπουδήποτε στήνεται κάλπη… είναι μόνο η κορυφή του παγόβουνου. Ακόμα πιο σημαντικές εξελίξεις είναι μπροστά μας, καθώς οι ανταγωνισμοί των εθνικών αστικών τάξεων για το πώς θα προστατεύσουν την εγχώρια οικονομία τους μέσα σε μια βαλτωμένη Ε.Ε. θα συναντηθούν με την αυξανόμενη δυσαρέσκεια των εργατικών και μικροαστικών στρωμάτων.

2. Ξαναγυρνώντας στην εσωτερική κατάσταση, δεν μπορούμε να αρνηθούμε ότι η ελληνική καπιταλιστική οικονομία έχει μπει σε μια φάση ανάκαμψης. Το μαρτυρούν η αύξηση των κερδών, ιδίως των μεγάλων επιχειρήσεων, η αύξηση των εξαγωγών και των επενδύσεων, η μικρή αλλά όχι ασήμαντη μείωση της ανεργίας, η σχετικά καλύτερη κατάσταση των δημοσίων οικονομικών και του τραπεζικού συστήματος.
Οι καλύτερες προοπτικές για το κεφάλαιο έχουν προκύψει κυρίως από την τεράστια αφαίμαξη των εισοδημάτων της εργατικής και της μικροαστικής τάξης, μέσω των μνημονιακών μέτρων. Ωστόσο, χωρίς μια αύξηση της εσωτερικής ζήτησης μέσω της αύξησης του διαθέσιμου εισοδήματος, η όποια «επιστροφή στην ανάπτυξη» θα έχει κοντά ποδάρια. Η Ευρωπαϊκή Συνομοσπονδία Συνδικάτων ανακοίνωσε πρόσφατα ότι ο κατώτατος μισθός στην Ελλάδα είναι 25% κάτω από τα κριτήρια που ορίζει ο ΟΟΣΑ. Δηλαδή, ακόμα και με τα κριτήρια ενός ιμπεριαλιστικού οργανισμού όπως ο ΟΟΣΑ, οι μισθοί στην Ελλάδα είναι πολύ κάτω από τις ανάγκες στοιχειώδους διαβίωσης, και αυτό τελικά υπονομεύει και κάθε προοπτική σοβαρής ανάκαμψης. Κι όμως, οι ντόπιοι εργοδότες, μικροί και μεγάλοι, δεν θέλουν ούτε ν’ ακούνε για επιστροφή των συλλογικών συμβάσεων. Και από το 2019, με τις νέες μειώσεις στις συντάξεις και το πετσόκομμα του αφορολόγητου, η κατάσταση θα γίνει ακόμα χειρότερη.
Από την άλλη, το τυπικό τέλος των μνημονιακών προγραμμάτων τον Αύγουστο του 2018 δεν θα σημάνει το τέλος της επιτήρησης από τους «δανειστές», ούτε της εξάρτησης από την εξυπηρέτηση του χρέους, που θα παραμείνει υψηλότατο επί δεκαετίες. Αυτή η ανάκαμψη, λοιπόν, έχει στοιχεία μεγάλης αστάθειας και προσωρινότητας. Και όχι μόνο για τους προαναφερθέντες λόγους. Τα ελληνικά ομόλογα παρουσιάζουν καλύτερη εικόνα και η κυβέρνηση λέει ότι έχει έτοιμα τα «μαξιλαράκια» χρηματοδότησης για τη μετα-μνημονιακή φάση. Αλλά τι γίνεται με όλα αυτά αν η Ευρώπη μπει σε νέα ύφεση, όπως προβλέπουν πολλοί οικονομολόγοι;
Εμείς οι συνειδητοί εργαζόμενοι θα πρέπει να αντιμετωπίσουμε αυτή την επίπονη μεταβατική περίοδο ως περίοδο προετοιμασίας για νέες διεκδικήσεις, για δυνάμωμα της οργάνωσης της τάξης μας, για νέους αγώνες. Ο ταξικός συσχετισμός είναι δύσκολος, όχι όμως απαγορευτικός. Η κυβέρνηση είναι υποταγμένη στον μνημονιακό δρόμο, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν ενδιαφέρεται να διατηρήσει τα όποια ερείσματά της στον κόσμο της εργασίας και να έχει ελπίδες επανεκλογής. Αυτό θα πρέπει να το εκμεταλλευθούμε, κάτι όμως που δεν γίνεται χωρίς συσπείρωση και κινητοποίηση. Και το παραμικρό κέρδος πρέπει να αξιοποιείται για να εμψυχώνεται η τάξη μας, πρέπει να γίνεται εφαλτήριο για ακόμα πιο δυναμικές διεκδικήσεις.
Αν η κήρυξη μαζικών απεργιών δεν είναι τόσο εύκολη αυτή τη στιγμή, πρέπει τα σωματεία να μάθουν να παλεύουν και με άλλους τρόπους: διαδηλώσεις, παραστάσεις διαμαρτυρίας έξω από τα υπουργεία, παρέμβαση στους ανέργους και στην υποαπασχολούμενη νεολαία, παρεμβάσεις πάνω σε ειδικά ζητήματα, όπως το κίνημα υπεράσπισης της λαϊκής κατοικίας, που μπαίνει σε μια κρίσιμη φάση, με τις απειλές καταστολής από την κυβέρνηση και την εισαγωγή των ηλεκτρονικών πλειστηριασμών. Τέτοια μέσα θα αποκτήσουν μια αποτελεσματικότητα μόνο αν τα δουλέψουμε μεθοδικά και τολμηρά.
Σε όλη αυτή την προσπάθεια, κεντρική θέση πρέπει να έχει η προετοιμασία σοβαρών αγώνων για τα βασικά αιτήματα του εργαζόμενου λαού: σταθερές και αξιοπρεπείς θέσεις εργασίας, μέσα από δημόσιες επενδύσεις ιδίως στον παραγωγικό τομέα, και φυσικά μισθοί και συντάξεις για αξιοπρεπή διαβίωση και όχι για εξαθλίωση. Κεντρική θέση πρέπει να έχει το αίτημα επαναφοράς των συλλογικών συμβάσεων. Αν κάμψουμε την αντίσταση των κεφαλαιοκρατών σε αυτό ειδικά το ζήτημα, έστω και σε πολύ λίγους κλάδους στην αρχή, θα δούμε να αυξάνεται κάθετα το ενδιαφέρον των εργατών να συσπειρωθούν και πάλι στα σωματεία.

3. Η περίοδος αυτή θα πρέπει επίσης να είναι και περίοδος εντατικής πολιτικής προετοιμασίας πάνω στο κεφαλαιώδες ζήτημα της ηγεσίας της τάξης μας. Οι εξελίξεις των τελευταίων χρόνων έχουν ξεκαθαρίσει πάρα πολλές αυταπάτες, όπως ότι: δεν μπορεί να υπάρχει «καπιταλισμός με ανθρώπινο πρόσωπο»· η «ενωμένη Ευρώπη» μέσα στον καπιταλισμό δεν είναι ένα προοδευτικό όραμα· η εργατική τάξη δεν μπορεί να κερδίσει τίποτα από τον ρεφορμιστικό δρόμο· τα πλατιά κινήματα δεν αρκούν από μόνα τους να φέρουν νίκες αν δεν υπάρχει μια ξεκάθαρη και αποφασισμένη ηγεσία.
Μέσα από αυτό το εντελώς αναγκαίο πολιτικό ξεκαθάρισμα, οι μικρές σήμερα δυνάμεις της επαναστατικής πρωτοπορίας μπορούν και τη συγκρότησή τους να δυναμώσουν και την επιρροή τους στην εργατική τάξη να αυξήσουν. Κρίσιμο ζήτημα είναι να εκπαιδεύσουμε το συνειδητό κομμάτι της τάξης μας και ό,τι σοβαρό και ταξικό υπάρχει στον κόσμο της αριστεράς να δίνει τις σωστές μάχες. Δύο χαρακτηριστικά παραδείγματα: α) Από το καλοκαίρι του 2015 μέχρι σήμερα έχουν περάσει περισσότερα από δύο χρόνια. Το σύνολο της πέραν του ΣΥΡΙΖΑ εγχώριας αριστεράς έχει ξοδέψει αυτόν τον χρόνο στο να φωνάζει ότι ο ΣΥΡΙΖΑ πρόδωσε το ΟΧΙ του δημοψηφίσματος και ότι αυτή η κυβέρνηση δεν είναι αριστερή. Παραβιάζουν ανοιχτές θύρες. Με διαπιστώσεις και αναθέματα δεν φτιάχνεις κίνημα, απλώς σπέρνεις περισσότερη ηττοπάθεια στην εργατική τάξη. β) Στο κρίσιμο για όλη την ευρωπαϊκή κατάσταση καταλανικό ζήτημα, η μεν καταλανική αριστερά ταυτίστηκε πλήρως με τις τυχοδιωκτικές αστικές δυνάμεις της «απόσχισης», η δε ισπανική αριστερά αρκέστηκε σε μια γενικόλογη καταγγελία και της «απόσχισης» και του Ραχόι, ακολούθησε δηλαδή μια άμαχη πολιτική ίσων αποστάσεων, που αντικειμενικά ευνόησε τη δεξιά.
Το συμπέρασμα είναι απλό: σε διεθνές και εθνικό επίπεδο, χρειαζόμαστε ηγεσίες που θα πιάνουν τον ταύρο από τα κέρατα. Ηγεσίες που θα τιμούν και θα αξιοποιούν το βαρύτιμο οπλοστάσιο της μαρξιστικής θεωρίας, που θα εμπιστεύονται, θα εμπνέουν και θα κινητοποιούν την εργατική τάξη. Ηγεσίες που θα κοιτάνε να εκμεταλλευτούν τα ρήγματα, τις αντιφάσεις στο στρατόπεδο του αντιπάλου για να προωθήσουν τις θέσεις μάχης τους, και δεν θα σέρνονται πίσω από την «κοινή γνώμη», δεν θα υποκύπτουν στα ψευτο-διλήμματα που θέτει ο αντίπαλος. Έχοντας αυτά κατά νου, ας αξιοποιήσουμε στο έπακρο την επόμενη περίοδο για να δώσουμε κουράγιο στην τάξη μας, να εντατικοποιήσουμε την οργανωτική, αγωνιστική και πολιτική προετοιμασία μας, να ξεδιαλέξουμε τα καλύτερα στοιχεία των πρόσφατων αγώνων για να βγάλουμε νέους επαναστάτες μαρξιστές. Να βρεθούμε πολύ καλύτερα προετοιμασμένοι στα νέα μεγάλα μέτωπα πάλης που θ’ ανοίξουν, αυτό είναι το κυρίαρχο ζητούμενο της περιόδου που διανύουμε.

9.11.2017

Η Συντακτική Επιτροπή