Τετάρτη, 27 Δεκεμβρίου 2017

Το 2017 αφήνει πίσω του μια Ε.Ε. σε σύγχυση και χωρίς «ατμομηχανή»

Το γεγονός ότι η ηγετική δύναμη της Ε.Ε., η Γερμανία, δυσκολεύεται να σχηματίσει κυβέρνηση εδώ και δυόμισι μήνες αποδεικνύει ότι το «ευρωπαϊκό οικοδόμημα» είναι πιο σαθρό απ’ ό,τι φαίνεται. Οι ευρωπαϊκές εργατικές τάξεις γυρίζουν την πλάτη στον νεοφιλελεύθερο «μονόδρομο», αλλά για να περάσουν στην αντεπίθεση θα χρειαστούν οργάνωση, τόλμη, εμπιστοσύνη στις δυνάμεις τους και νέες, αξιόμαχες ηγεσίες.

Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ ακολουθεί πιστά τον μνημονιακό δρόμο και υπόσχεται… «καθαρή έξοδο» από τα μνημόνια τον Αύγουστο του 2018. Δεν υπάρχει καμιά διέξοδος για τον εργαζόμενο λαό μας πέρα από το να μπει σε θέση μάχης για να διεκδικήσει δυναμικά όλα αυτά που του στέρησαν.


1. Το 2017 ήταν η χρονιά που σημαδεύτηκε από μια ακολουθία κρίσιμων εκλογικών διαδικασιών στις σημαντικότερες χώρες της Ευρώπης (και όχι μόνο). Σαν μαρξιστές, δεν πιστεύουμε ότι οι εκλογές μπορούν ν’ αλλάξουν την κοινωνία, όμως μας δίνουν μια εικόνα του πού βαδίζουν πολιτικά τα πράγματα. Και το συμπέρασμα που βγαίνει αβίαστα είναι ότι: οι ευρωπαϊκοί καπιταλισμοί και η «Ένωσή» τους βρίσκονται σε κατάσταση τελμάτωσης, έλλειψης στρατηγικής, οξυμένου ανταγωνισμού με τις άλλες μεγάλες δυνάμεις του πλανήτη, που αντανακλά και στο εσωτερικό της Ε.Ε., μαζικής κρίσης εμπιστοσύνης από τη μεριά των καταπιεζόμενων κοινωνικών στρωμάτων.
Οι πιο διεισδυτικοί αστοί αναλυτές διακηρύσσουν το τέλος της «παγκόσμιας φιλελεύθερης τάξης», όπως ονομάζουν την περίοδο από το 1989 μέχρι σήμερα. Μια περίοδος που χαρακτηρίστηκε από το «άνοιγμα των αγορών» (την πλήρη ασυδοσία του κεφαλαίου δηλαδή), το χτύπημα ιστορικών κατακτήσεων της εργατικής τάξης και τη μετατροπή της αστικής δημοκρατίας σε μια απλή διαχείριση των καπιταλιστικών συμφερόντων. Η κρίση που ξεκίνησε το 2008 και η αποφασιστική στροφή του αγγλοαμερικανικού άξονα στον εθνικό προστατευτισμό (Brexit, Τραμπ) ήταν τα πρώτα καρφιά στο φέρετρο της «παγκόσμιας φιλελεύθερης τάξης». Θα ακολουθήσουν και άλλα.
Προτού η αστική Ευρώπη προλάβει να ανακουφιστεί με τη νίκη Μακρόν στη Γαλλία, οι εξελίξεις στην Καταλονία και κυρίως το πολιτικό αδιέξοδο στη Γερμανία τη ρίχνουν και πάλι στην αγωνία. Η «ατμομηχανή» της Ευρώπης… έμεινε από οδηγό. Έχουν περάσει δυόμισι μήνες από τις εκλογές του Σεπτεμβρίου και ο σχηματισμός μιας βιώσιμης κυβέρνησης είναι ακόμα αμφίβολος. Η προσπάθεια συγκρότησης κυβέρνησης Χριστιανοδημοκρατών-Φιλελεύθερων-Πράσινων απέτυχε, και τώρα το γερμανικό κεφάλαιο σπρώχνει τη Μέρκελ και τον Σουλτς –που μαζί έχασαν 14 μονάδες στις εκλογές– να συγκυβερνήσουν για μια ακόμη φορά. Θα είναι καθαρή αυτοκτονία για τους Σοσιαλδημοκράτες, αέρας στα πανιά της ακροδεξιάς και… δεν θα δώσει καμιά λύση στα αδιέξοδα της Ε.Ε.
Το πιο σημαντικό που έδειξαν, όμως, οι γερμανικές εκλογές είναι άλλο. Όλα σχεδόν τα γερμανικά κόμματα μετακινήθηκαν προς έναν ιδιότυπο εθνικισμό, και τελικά δεν έκρυψαν ότι δεν θέλουν ν’ αλλάξει τίποτα ουσιαστικό στην ευρωζώνη. Ο ευρωσκεπτικισμός, που όλες οι επίσημες αστικές πολιτικές δυνάμεις της Ευρώπης ξόρκιζαν, έχει εγκατασταθεί για τα καλά, έστω και με μια καλυμμένη ακόμα μορφή, στην ίδια την ηγεμονική δύναμη της Ευρώπης!
Από την άλλη, η ανάκαμψη για την οποία μιλούν οι ευρωπαϊκές αστικές δυνάμεις είναι μια θνησιγενής ιστορία. Μετά τις αιματηρές θυσίες στις οποίες υπεβλήθη η εργατική τάξη μέσα στην κρίση, ήταν φυσικό να έχουμε μια ορισμένη επανεκκίνηση της καπιταλιστικής μηχανής. Όμως, μακροπρόθεσμη ανάπτυξη χωρίς σοβαρή αύξηση της καταναλωτικής ζήτησης, των παραγωγικών επενδύσεων και της παραγωγικότητας δεν νοείται – και τέτοια πράγματα δεν υπάρχουν. Οι καπιταλιστές έχουν φτάσει στο σημείο να παραδέχονται ότι οι αυξήσεις στους μισθούς θα ήταν ένα ενθαρρυντικό σημάδι για την οικονομία, και την ίδια στιγμή κοιτάνε πώς θα κάνουν ακόμα πιο απαγορευτική τη συλλογική διεκδίκηση αυξήσεων από τους μισθωτούς!
Παράλληλα, αυξάνονται τα άρθρα στον διεθνή οικονομικό Τύπο για τις νέες φούσκες που μπορεί να σκάσουν (π.χ. μετοχές, ή το ψηφιακό νόμισμα bitcoin), για την πολύ επικίνδυνη κατάσταση της ιταλικής οικονομίας, και κυρίως για την πιθανότητα μιας νέας παγκόσμιας ύφεσης, πριν επουλωθούν οι πληγές της προηγούμενης!
Κοντολογίς, οι αντιθέσεις στο στρατόπεδο του αντιπάλου μας οξύνονται και θα οξυνθούν ακόμα περισσότερο, έστω κι αν αυτή η διαδικασία περιλαμβάνει και πισωγυρίσματα, ή έχει άνισους ρυθμούς από χώρα σε χώρα. Αυτή την κατάσταση μπορεί και οφείλει να εκμεταλλευθεί το ευρωπαϊκό προλεταριάτο για να αλλάξει ο ταξικός συσχετισμός δυνάμεων. Στην Αγγλία, στη Γαλλία, στη Γερμανία, στην Ισπανία, και βέβαια και στην Ελλάδα, μπορούμε να περάσουμε στην αντεπίθεση, αρκεί να επιστρατεύσουμε τόλμη, εμπιστοσύνη στις δυνάμεις μας, αρκεί να αντλήσουμε από την τεράστια αγωνιστική ιστορία της τάξης μας και να αναδείξουμε νέες, αξιόμαχες, ταξικά αδιάλλακτες ηγεσίες.

2. Απέναντι σε αυτό το ταραγμένο σκηνικό, η εσωτερική κατάσταση της Ελλάδας μοιάζει υπερβολικά στάσιμη. Η συνθηκολόγηση του ΣΥΡΙΖΑ στους «δανειστές», η δίχως σοβαρά εμπόδια υλοποίηση του 3ου Μνημονίου και η προοπτική μιας «εξόδου» από τη φάση της «σκληρής επιτήρησης» τον Αύγουστο του 2018 έχουν δημιουργήσει ένα πλαίσιο που όλες οι κοινωνικές τάξεις αντιλαμβάνονται τούτη τη στιγμή ως δεδομένο. Η αίσθηση αυτή επιτείνεται από τη σχετική ανάκαμψη της εγχώριας καπιταλιστικής οικονομίας – μιας ανάκαμψης ασταθούς, χωρίς σοβαρές παραγωγικές επενδύσεις και, φυσικά, χωρίς κέρδη για τον εργαζόμενο λαό. Μιας ανάκαμψης που αφορά κυρίως τα κέρδη των καπιταλιστών, και που θα είναι μονίμως υπονομευμένη από τα αιματηρά πλεονάσματα, από το τεράστιο βάρος του χρέους αλλά και από τα σκληρά μέτρα που έχουν ψηφιστεί για το 2019-2021.
Κάτω από αυτή τη φαινομενική στασιμότητα, όμως, διεξάγεται σκληρή πάλη. Οι ντόπιοι και ξένοι κεφαλαιοκράτες θέλουν η όποια «έξοδος από την κρίση» να γίνει με λυμένες όλες τις «εκκρεμότητες» (π.χ. πλειστηριασμοί) και, ασφαλώς, χωρίς οποιεσδήποτε παραχωρήσεις στα καταπιεζόμενα στρώματα. Η συνειδητή εργατική τάξη, από την άλλη, θα επιχειρήσει, έστω και ανοργάνωτα, να πάρει πίσω ένα μέρος από αυτά που έχασε όλα αυτά τα χρόνια. Φυσικά, υπάρχει και η μικροαστική τάξη, η έντονη δυσαρέσκεια της οποίας όμως δεν μπορεί να εκφραστεί προς μια ξεκάθαρη κατεύθυνση. Πάντως, δεν φαίνεται να δίνει και πολύ αέρα στα πανιά του νεοφιλελεύθερου Μητσοτάκη. Είτε έτσι είτε αλλιώς, το κοινωνικό καζάνι βράζει πλέον σε υψηλότερη θερμοκρασία, καθώς η υπομονή των φτωχών και μικρομεσαίων στρωμάτων σώνεται. Ενδείξεις αυτού είναι η σχετική αύξηση των σποραδικών εργατικών αντιστάσεων αλλά και η επανεμφάνιση, ύστερα από πολλά χρόνια, των μαθητικών κινητοποιήσεων – που πάντα υπήρξαν ένας ευαίσθητος κοινωνικός δείκτης.

3. Η αστική κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ αισθάνεται τώρα πιο σταθερή απ’ ό,τι μερικούς μήνες πριν, κυρίως λόγω της στήριξης των «δανειστών» και της εγχώριας αστικής τάξης (αυτό φαίνεται και από το νέο «τοπίο» που διαμορφώνεται στον Τύπο) και επειδή ο Μητσοτάκης δεν έχει ρεύμα. Η προσπάθεια του τελευταίου να πιέσει την κυβέρνηση σε θέματα «νόμου και τάξης» ή στο θέμα «σκάνδαλα» μάλλον του γύρισε μπούμερανγκ.
Όλο αυτό, όμως, αυξάνει την αλαζονεία της κυβέρνησης. Το έδειξε η καταστολή εις βάρος του κινήματος αντίστασης στους πλειστηριασμούς και κυρίως τα επιχειρήματα που χρησιμοποίησε, που είναι τα ακριβώς αντίθετα από αυτά που έλεγε ως αντιπολίτευση! Οι διαβεβαιώσεις της ότι δεν θα πλειστηριαστούν «λαϊκά» σπίτια δεν αξίζουν τίποτα, γιατί ήδη αυτό σποραδικά γίνεται, γιατί η «συμφωνία κυρίων» με τις τράπεζες είναι σίγουρο ότι θα παραβιαστεί και γιατί οι ίδιες οι τράπεζες μιλάνε για 120.000 πλειστηριασμούς μέσα στην επόμενη τριετία, που δεν μπορεί να αφορούν όλοι «βίλες με πισίνες»!
Παρά τις παλινωδίες της, είναι δεδομένο ότι η κυβέρνηση θα κινηθεί σε ακόμα πιο αντιδραστική κατεύθυνση (50%+1 για τις απεργίες, περαιτέρω συρρίκνωση της ΔΕΗ, ιδιωτικοποιήσεις κ.λπ.). Τη σαφή μείωση των λαϊκών ερεισμάτων της προσπαθεί να την ισοφαρίσει με ευχολόγια περί «καθαρής εξόδου» από τα μνημόνια και «ορμητικής ανάπτυξης».
Παρά τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει το οργανωμένο εργατικό κίνημα, παρά την ακόμα πιο ανοιχτή δεξιά στροφή της κυβέρνησης, είναι λάθος να πιστεύουμε ότι δεν μπορούμε να την αναγκάσουμε σε παραχωρήσεις σε επιμέρους μέτωπα. Κανένας αγώνας, όσο μικρός κι αν είναι, δεν πρέπει να υποτιμηθεί. Ακόμα και μια δευτερεύουσα επιτυχία σε κάποιο θεσμικό αίτημα πρέπει να γίνει εφαλτήριο για συσπείρωση και ανέβασμα του ηθικού της τάξης μας.

4. Για τους λόγους που εξηγήσαμε στην αρχή του άρθρου μας, δεν βαδίζουμε σε μια περίοδο ταξικής νηνεμίας. Οι συνέπειες των κοινωνικών και πολιτικών μετατοπίσεων της Ευρώπης θα επηρεάσουν και την Ελλάδα. Αμερική, Κίνα, ακόμα και η Ρωσία, εμπλέκονται σε ένα όλο και πιο σκληρό παιχνίδι διεθνούς ισχύος και προστασίας των εθνικών τους συμφερόντων, και η Ε.Ε., με μια γερμανική ηγεσία σε κρίση, θα υφίσταται διαρκώς την πίεση αυτών των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών – με διχαστικά αποτελέσματα στο εσωτερικό της.
Αυτό που έχει σημασία τούτη τη στιγμή είναι η εργατική μας τάξη να παρουσιαστεί πιο αποφασισμένη, πιο συσπειρωμένη, πιο μάχιμη στις μεγάλες προκλήσεις που είναι μπροστά μας. Το ζήτημα της οργάνωσης είναι το κορυφαίο, είτε μιλάμε για το πώς ξαναδίνουμε ζωή στα συνδικάτα είτε για το πώς ενισχύονται οι επαναστατικές δυνάμεις μέσα στην πρωτοπορία της τάξης. Το ενδιαφέρον για πολιτικά και ιδεολογικά ξεκαθαρίσματα μέσα σε αυτή την πρωτοπορία είναι ζωντανό, και αυτό πρέπει να το εκμεταλλευθούν οι επαναστάτες μαρξιστές. Η σύγχυση στις γραμμές του αντιπάλου θα μας βοηθήσει, αλλά το αν θα έχουμε έναν ευνοϊκότερο συσχετισμό δυνάμεων όταν οι αντιφάσεις του θα εκραγούν εξαρτάται από τη δική μας διαρκή, επίμονη και αισιόδοξη προσπάθεια.

7.12.2017

Η Συντακτική Επιτροπή