Τετάρτη 7 Ιανουαρίου 2026

ΤΟ ΑΔΙΕΞΟΔΟ ΤΗΣ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΤΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ

Οι ευρωπαϊκές αστικές κυβερνήσεις ξοδεύουν τα χρήματα των
Ευρωπαίων φορολογουμένων για να καταστείλουν την 
«παράτυπη» 
μετανάστευση, και την ίδια στιγμή αυξάνουν διαρκώς τη 
«νόμιμη»!

 Ο νέος ευρωπαϊκός κανονισμός για το μεταναστευτικό, γνωστός ως «Νέο Σύμφωνο για τη Μετανάστευση και το Άσυλο», που υιοθετήθηκε το 2024 και θα τεθεί σε ισχύ με τη νέα χρονιά σηματοδοτεί μια μερική στροφή στην ευρωπαϊκή πολιτική για τη μετανάστευση. Η συμφωνία επί της αρχής, στην οποία κατέληξαν οι υπουργοί Εσωτερικών και Δικαιοσύνης της Ε.Ε. αφορά την πολιτική μετανάστευσης της Ευρώπης και, μεταξύ άλλων, περιλαμβάνει την επιτάχυνση και απλούστευση των διαδικασιών επιστροφής μεταναστών και τη δημιουργία «κόμβων επιστροφής» σε τρίτες χώρες. Οι κόμβοι αυτοί θα λειτουργούν ως ενδιάμεσο βήμα για την επιστροφή ατόμων που δεν έχουν δικαίωμα να παραμείνουν στην Ε.Ε. ή για την υποβολή αιτήσεων ασύλου σε τρίτες χώρες.​

Επίσης συμφώνησαν (παρά τις διαφωνίες Ισπανίας και Σλοβακίας) στη δημιουργία μιας «δεξαμενής αλληλεγγύης» για το 2026, η οποία προβλέπει τη μετεγκατάσταση περισσότερων από 30.000 μεταναστών και προσφύγων από χώρες υπό μεγάλη πίεση προς άλλες χώρες της Ε.Ε., με αντάλλαγμα οικονομικές συνεισφορές και άλλες μορφές «αλληλεγγύης» σε όσες χώρες τελικά τους πάρουν.

Ο κεντρικός άξονας αυτής της συμφωνίας αλλά και των τελευταίων δηλώσεων των περισσότερων ιθυνόντων της Ε.Ε. είναι η καταπολέμηση της παράτυπης μετανάστευσης. Προφανώς, αυτή η μετατόπιση έχει να κάνει με την κοινωνική πίεση και οργή απέναντι στα αδιέξοδα της μέχρι πρότινος μεταναστευτικής πολιτικής, από την οποία ωφελούνταν πολιτικά μόνο τα (ακρο)δεξιά κόμματα.

Στο ίδιο μήκος κύματος με τις ευρωπαϊκές εξαγγελίες είναι και οι δηλώσεις μιας σειράς κυβερνητικών στελεχών στην Ελλάδα (Πλεύρης κ.ά.), που μιλούν για «δικαίωμα» και «υποχρέωση» του ελληνικού κράτους να καταπολεμήσει την παράτυπη μετανάστευση. Αυτή ωστόσο η «αντι-μεταναστευτική» πολιτική τους δεν είναι παρά μονάχα η μία όψη του νομίσματος. Η άλλη έχει να κάνει με τη συνέχιση (αν όχι αύξηση) των νόμιμων μεταναστευτικών ροών, και αυτό διότι χρειάζονται συνέχεια φθηνά εργατικά χέρια, ειδικά όπως έχουν διαμορφώσει, απορρυθμίσει δηλαδή, την αγορά εργασίας με τις πολιτικές τους. Γιατί δεν θέλουν να ενισχύσουν τις ντόπιες ευρωπαϊκές εργατικές τάξεις, να οργανώσουν με σχέδιο την παραγωγή και να προτάξουν τους παραγωγικούς σε σχέση με τους παρασιτικούς τομείς. Όσον αφορά βέβαια την Ελλάδα, η τάση αυτή είναι ισχυρότερη, αφού ο τουρισμός και οι κατασκευές, που θεωρούνται οι «βαριές μας βιομηχανίες» (και απασχολούν το μεγαλύτερο μέρος της μισο-ανειδίκευτης εργασίας), στηρίζονται σε μεγάλο βαθμό στην ξένη, φθηνή εργατική δύναμη.

Συνεπώς, η ευρωπαϊκή και ελληνική αστική πολιτική προσπαθεί να ρίξει στάχτη στα μάτια όσων δίκαια αντιδρούν στην πολιτική των «ανοιχτών συνόρων». Και αυτό το κάνει διακρίνοντας τεχνητά τη μετανάστευση σε «παράνομη» και «νόμιμη» και αναγνωρίζοντας την πρώτη ως «κακή» και «ανεπιθύμητη» ενώ τη δεύτερη ως «καλή» και «επιθυμητή». Ωστόσο, η διάκριση αυτή είναι μια απάτη, καθώς οι επιπτώσεις και της μεν και της δε που υφίσταται η ντόπια εργατική τάξη δεν διαφέρουν. Και στις δύο περιπτώσεις η εισαγωγή μεταναστών υπονομεύει τα εργατικά δικαιώματα των ντόπιων, αποδιοργανώνει το συνδικαλιστικό κίνημα και διαιρεί την εργατική τάξη σε τόσες αντιτιθέμενες ομάδες όσες και οι φυλετικές. 

Ο δρόμος που προδιαγράφεται από την πολιτική αυτή είναι αδιέξοδος και για τις χώρες υποδοχής αλλά και για τους ίδιους τους μετανάστες, εκ των οποίων οι μεν «νόμιμοι» δεν θα απελαύνονται αλλά θα είναι σε μια λογική διαρκούς προσωρινότητας, οι δε «παράνομοι» θα είναι πολύ χειρότερα από πριν, καθώς οι έλεγχοι θα γίνουν πολύ πιο αυστηροί και με συχνή καταπάτηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων τους. 

Άρα, η καλύτερη λύση είναι η κάθε εργατική τάξη να παλέψει για κατακτήσεις στη χώρα της. Ο Καρλ Μαρξ έγραφε: «Είναι τελείως αυτονόητο ότι η εργατική τάξη, για να μπορέσει γενικά να αγωνιστεί, πρέπει να οργανωθεί σαν τάξη στη χώρα της και ότι ο τόπος της είναι το άμεσο θέατρο του αγώνα της». Αυτή τη μαρξιστική αρχή, για να την εφαρμόσει η εργατική τάξη, πρέπει πρώτα να την κατανοήσουν και αγκαλιάσουν τα αριστερά κόμματα και οργανώσεις.

Στη χώρα της, λοιπόν, πρέπει να οργανωθεί συνδικαλιστικά και πολιτικά η εργατική τάξη, να διεκδικήσει καλύτερους όρους εργασίας, σχεδιασμό της παραγωγής ανάλογα με τις ανάγκες του λαού –ώστε να μειωθεί και η πίεση για φθηνά εργατικά χέρια– και τελικά αλλαγή ολόκληρης της κοινωνίας. 

 

Ιωάννης Νικολάου-Μπράζιος