Το σημερινό ελληνικό τουριστικό μοντέλο απαξιώνει μια σειρά πόρους της χώρας, από το περιβάλλον ως τους εργαζόμενους

Υπάρχουν και άλλα μοντέλα τουριστικής ανάπτυξης, πιο ήπια, πιο
βιώσιμα και πιο προσιτά στον μέσο εργαζόμενο τουρίστα. Αλλά
το κεφάλαιο και το κράτος του ενδιαφέρονται μόνο για το μέγιστο
κέρδος
Το αφήγημα της «βαριάς βιομηχανίας» του τουρισμού προβάλλεται εδώ και αρκετές δεκαετίες στη χώρα μας. Ένα αφήγημα που τροφοδοτήθηκε και υλοποιήθηκε με τις πολιτικές επιλογές των διαδοχικών ελληνικών κυβερνήσεων όλα αυτά τα χρόνια, των αστικών κομμάτων της αντιπολίτευσης, των δημοτικών και περιφερειακών αρχών και παρατάξεων, υπηρετώντας πιστά τα μεγάλα τουριστικά συμφέροντα αλλά και τις επιλογές της Ε.Ε. Ένα τουριστικό μοντέλο που στηρίχθηκε στη σταδιακή και μεθοδευμένη απαξίωση της ελληνικής βιομηχανίας και των μικρών βιοτεχνιών (με αποτέλεσμα το κλείσιμο εργοστασίων και χιλιάδων βιοτεχνιών) και στην απαξίωση της πρωτογενούς παραγωγής (γεωργία, κτηνοτροφία, αλιεία), με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την εργατική τάξη και τους Έλληνες αγρότες (ανεργία, καταστρατήγηση εργασιακών δικαιωμάτων, οικονομικά αδιέξοδα, μετανάστευση). Ένα «οικονομικό θαύμα» που συνεχίζει να στηρίζεται στην εντατικοποίηση της εκμετάλλευσης των εργαζομένων στον τουρισμό, με εξαντλητικά ωράρια, των 10 και 12 ωρών ημερησίως, χωρίς ρεπό. Με χαμηλούς μισθούς και απαράδεκτους χώρους διαβίωσης. Με μέτρα προστασίας ενίοτε ανύπαρκτα.
Το μοντέλο αυτό είναι εξαιρετικά ευάλωτο στις διεθνείς εξελίξεις (οικονομική ή υγειονομική κρίση, πολεμική κλιμάκωση κ.λπ.), όπως αποδείχθηκε και την περίοδο της covid, αλλά και στα φυσικά φαινόμενα (π.χ. σεισμός). Ένα τουριστικό μοντέλο στο πλαίσιο του οποίου, στο όνομα της κερδοφορίας, καταπατούνται δημόσιοι χώροι και παραλίες. Οικοδομούνται φαραωνικά έργα που χαρακτηρίζονται «στρατηγικές επενδύσεις». Γίνεται υπερκατανάλωση νερού και ενέργειας. Ιδιωτικοποιούνται λιμάνια και αεροδρόμια. Απαξιώνεται το δημόσια σύστημα υγείας, με αποτέλεσμα σε τουριστικές περιοχές όπως η Μύκονος να υπάρχει ένα απαξιωμένο κέντρο υγείας και 4-5 ιδιωτικά διαγνωστικά. Υπάρχει, ακόμη, μεγάλο πρόβλημα στέγασης, εφόσον τα ενοίκια είναι υψηλά λόγω της τουριστικής εκμετάλλευσης των πάντων! Πόσο «ανθηρή» μπορεί να χαρακτηριστεί μια οικονομία όταν δεν παράγει σχεδόν τίποτα πια εκτός από τουριστικές υπηρεσίες; Εξάλλου, τα προϊόντα που πουλιούνται και καταναλώνονται στις τουριστικές περιοχές προέρχονται κυρίως από άλλες χώρες. Δεν υπάρχει καμία οικονομική διασύνδεση με τους παραγωγικούς τομείς της χώρας.
Η Ελλάδα έχει όλα τα εχέγγυα για ένα άλλο, βιώσιμο τουριστικό μοντέλο. Ο ελληνικός πολιτισμός και το ιστορικό παρελθόν μας, οι τοπικές παραδόσεις και τα προϊόντα μας, οι μουσικές μας και οι τοπικές τεχνικές δεν είναι ούτε διακοσμητικά στοιχεία ούτε και τουριστικό προϊόν. Είναι μνήμη, είναι συνείδηση, είναι πολιτιστική και πολιτισμική ταυτότητα κάθε τόπου. Είναι ήθη και έθιμα και αξίες που πέρασαν από γενιά σε γενιά. Είναι κοινότητες ανθρώπων που θα έπρεπε να μπορούν να αφηγηθούν, να επικοινωνήσουν και να ανταλλάξουν την ιδιαίτερη κουλτούρα τους με τους επισκέπτες. Η φιλοξενία να είναι πηγή γνώσης και εμπειρίας και όχι μια οικονομική συναλλαγή του τουρίστα με τον ντόπιο.
Ο τουρισμός θα πρέπει να σέβεται όχι μόνο τον επισκέπτη αλλά και τον ίδιο τον εργαζόμενο, με αξιοπρεπείς μισθούς και συνθήκες διαμονής και ανθρώπινα ωράρια. Να σέβεται το περιβάλλον και τα χαρακτηριστικά κάθε τόπου. Να διασφαλισθεί η διασύνδεση της ελληνικής παραγωγής με τις τουριστικές επιχειρήσεις. Ένα τουριστικό μοντέλο που δεν θα κοιτάει τις τσέπες του κάθε επισκέπτη και θα τους ξεχωρίζει σε καλούς και κακούς τουρίστες ανάλογα με το πορτοφόλι του καθενός. Και αυτό ισχύει φυσικά και για τον εσωτερικό τουρισμό, δηλαδή, τους Έλληνες εργαζόμενους, οι οποίοι, με την ακρίβεια που υπάρχει, θα δυσκολευτούν ακόμα περισσότερο φέτος να πάνε έστω και μια βδομάδα κάπου. Οι διακοπές δεν είναι πολυτέλεια, είναι δικαίωμα όλων των εργαζομένων.
Όλγα Στεφανίδου