![]() |
| Φρειδερίκος Ένγκελς (1820-1895) ιδρυτής, δίπλα στον Καρλ Μαρξ, του επιστημονικού σοσιαλισμού, αλλά και θεμελιωτής της οικολογίας |
Έτσι το χέρι δεν είναι μονάχα το όργανο, παρά και το προϊόν της εργασίας. Μόνο με την εργασία, με την προσαρμογή σε όλο και νέες λειτουργίες, με την κληρονομική μεταβίβαση της αποκτημένης με αυτόν τον τρόπο ειδικής ανάπτυξης των μυών, των τενόντων και σε μακρύτερα χρονικά διαστήματα των ίδιων τω οστών και με την ασταμάτητα επαναλαμβανόμενη εφαρμογή αυτής της κληρονομικής τελειοποίησης σε νέες, όλο και περισσότερο περίπλοκες λειτουργίες, το ανθρώπινο χέρι έφτασε σ’ αυτό τον υψηλό βαθμό τελειότητας, απ’ όπου μπορεί να κάνει να ξεπηδήσει το θαύμα των πινάκων του Ραφαήλ, των αγαλμάτων του Τόρβαλντσεν, της μουσικής του Παγκανίνι.
Αλλά το χέρι δεν υπάρχει καθεαυτό. Ήταν απλώς ένα από τα μέλη ενός ολόκληρου, εξαιρετικά περίπλοκου οργανισμού. Ό,τι ωφελούσε το χέρι, ωφελούσε και ολόκληρο το σώμα, που υπηρετούσε το χέρι, και αυτό με δύο τρόπους.
Η σύγκριση με τα ζώα αποδεικνύει ότι αυτή η ερμηνεία για την προέλευση της γλώσσας, που γεννήθηκε από την εργασία και μαζί με την εργασία, είναι η μόνη σωστή.
Πρώτα η εργασία κι ύστερα απ’ αυτήν και σε συνέχεια με αυτήν η γλώσσα, είναι τα δυο ουσιαστικά ερεθίσματα, που κάτω από την επίδρασή τους μεταμορφώθηκε σιγά σιγά ο πιθηκίσιος εγκέφαλος σ’ ανθρώπινο, που παρ’ όλες τις ομοιότητές του με τον πρώτο, είναι πολύ πιο μεγάλος και τέλειος. Παράλληλα όμως με την ανάπτυξη του εγκεφάλου, προχωρούσε και η ανάπτυξη των άμεσων εργαλείων του, των αισθητηρίων οργάνων. όπως η προοδευτική ανάπτυξη της γλώσσας συνοδεύεται αναγκαστικά από μια αντίστοιχη εκλέπτυνση του οργάνου της ακοής, έτσι και η ανάπτυξη του εγκεφάλου σαν ενιαίου όλου, συνοδεύεται από την εκλέπτυνση όλων των αισθήσεων. Ο αετός βλέπει πολύ πιο μακριά από τον άνθρωπο, αλλά το ανθρώπινο μάτι βλέπει πολύ περισσότερα μέσα στα πράγματα από το αετήσιο. Ο σκύλος έχει πολύ οξύτερη όσφρηση από τον άνθρωπο, όμως δεν ξεχωρίζει ούτε το ένα εκατοστό από τις μυρουδιές που για τον άνθρωπο είναι σίγουρα σημάδια διαφορετικών πραγμάτων. Και η αίσθηση της αφής, που στον πίθηκο μόλις υπάρχει σε εντελώς στοιχειώδη, εμβρυώδη κατάσταση, αναπτύχθηκε παράλληλα μονάχα με το ανθρώπινο χέρι, χάρη στην εργασία.
![]() |
| Εξελίσσοντας τα εργαλεία του, ο άνθρωπος εξέλλισε παράλληλα το όργανο της εργασίας, το χέρι, και μαζί με αυτό το μυαλό του |
Σίγουρα κύλησαν εκατοντάδες χιλιάδες χρόνια -που στην ιστορία της γης δεν έχουν μεγαλύτερη σημασία από ό,τι ένα δευτερόλεπτο στη ζωή του ανθρώπου- προτού η ανθρώπινη κοινωνία προκύψει από το κοπάδι των αναρριχώμενων πιθήκων. Κι ωστόσο τελικά εμφανίστηκε. Και τι θα βρούμε πάλι σαν χαρακτηριστική διαφορά ανάμεσα στο κοπάδι των πιθήκων και την ανθρώπινη κοινωνία; Την εργασία. Το κοπάδι των πιθήκων αρκούνταν να εξαντλεί την τροφή της περιοχής του που καθοριζόταν από τη γεωγραφική θέση ή την αντίσταση των γειτονικών κοπαδιών. Το κοπάδι μετανάστευε από τόπο σε τόπο, και αγωνιζόταν για να αποκτήσει μια νέα περιοχή τροφής, ήταν όμως ανίκανο να αποσπάσει από την περιοχή διατροφής του περισσότερα από όσα πρόσφερε η φύση, εκτός απ’ το ότι τη λίπαινε ασυνείδητα με τα απορρίμματά του. Από τη στιγμή που καταλαμβάνονταν όλες οι περιοχές που είχαν τροφή, δεν μπορούσε πια να υπάρξει αύξηση του πληθυσμού των πιθήκων ο αριθμός των ζώων μπορούσε το πολύ πολύ να μένει σταθερός. Όλα όμως τα ζώα σπαταλούν μεγάλες ποσότητες τροφής κι ακόμα ξεπαστρεύουν στην εμβρυακή κατάσταση την επιβλάστηση. Αντίθετα με τον κυνηγό, ο λύκος δεν χαρίζει τη ζωή στη ζαρκάδα που τον άλλο χρόνο θα του δώσει μικρά ζαρκαδάκια.
Στην Ελλάδα, οι γίδες, που ξεπαστρεύουν τους μικρούς θάμνους προτού μεγαλώσουν, απογύμνωσαν όλα τα βουνά αυτής της χώρας. Αυτή η «ληστρική οικονομία» των ζώων, παίζει σπουδαίο ρόλο στην προοδευτική μεταμόρφωση των ειδών, υποχρεώνοντάς τα να συνηθίσουν σε τροφή διαφορετική από εκείνη που είχαν συνηθίσει και χάρη στην οποία το αίμα τους αποκτά διαφορετική χημική σύνθεση και σιγά σιγά διαφοροποιείται ολόκληρη η φυσική τους συγκρότηση, ενώ είδη που κάποτε είχαν επικρατήσει, εξολοθρεύονται. Είναι αναμφίβολο πως η ληστρική αυτή οικονομία συνέβαλε ενεργά στην ανθρωποποίηση των προγόνων μας. Σε κάποια ράτσα πιθήκων, που θα ξεπερνούσαν κατά πολύ τους άλλους σε διανοητικές ικανότητες και προσαρμοστικότητα, η ληστρική αυτή οικονομία θα είχε σαν συνέπεια να αυξάνεται συνεχώς ο αριθμός των φυτών που τους χρησίμευαν για τροφή, και να καταβροχθίζονται όλο και περισσότερο τα φαγώσιμα μέρη αυτών των φυτών. Με έναν λόγο θα είχε σαν συνέπεια τη συνεχή διαφοροποίηση της τροφής και συνεπώς και των ουσιών που εισάγονται στον οργανισμό, δημιουργώντας έτσι τις χημικές προϋποθέσεις για το πέρασμα από τον πίθηκο στον άνθρωπο. Όλα αυτά όμως δεν ήταν ακόμα εργασία, με την καθαυτό σημασία της λέξης. Η εργασία αρχίζει με την κατασκευή εργαλείων. Και ποια είναι τα πιο παλιά εργαλεία που συναντάμε – τα πιο αρχαία, αν κρίνουμε από τα αντικείμενα των προϊστορικών ανθρώπων που ανακαλύφθηκαν και από τον τρόπο ζωής των πρώτων ιστορικών λαών, καθώς και των πιο πρωτόγονων από τους σύγχρονους άγριους; Είναι εργαλεία για κυνήγι και για ψάρεμα, και τα πρώτα χρησιμεύουν ταυτόχρονα και για όπλα. Αλλά το κυνήγι και το ψάρεμα προϋποθέτουν το πέρασμα από την αποκλειστικά φυτική διατροφή στην ταυτόχρονη χρήση κρέατος. Κι έχουμε πάλι εδώ ένα ουσιαστικό βήμα προς την ανθρωποποίηση.
Αλλά το πιο ουσιαστικό ήταν η επίδραση της κρεοφαγίας στον εγκέφαλο, που δεχόταν σε πολύ πιο άφθονες ποσότητες από πριν τα στοιχεία που χρειάζονταν για τη διατροφή και την ανάπτυξή του και μπόρεσε έτσι να αναπτυχθεί γρηγορότερα και τελειότερα από γενιά σε γενιά.
Η κρεοφαγία οδήγησε σε δυο νέες προόδους αποφασιστικής σημασίας: στη χρήση της φωτιάς και στην εξημέρωση των ζώων.
Η πρώτη συντόμευσε ακόμα πιο πολύ τη διαδικασία της πέψης, καθώς εφοδίαζε το στόμα με τροφή, ας πούμε, μισοχωνεμένη. Η δεύτερη έκανε πιο άφθονο το κρέας, γιατί πλάι στο κυνήγι, άνοιγε μια νέα και πιο κανονική πηγή εφοδιασμού κι ακόμα παρείχε μι το γάλα και τα προϊόντα του μια νέα τροφή, που εξαιτίας της σύστασής της ήταν τουλάχιστον εξίσου πολύτιμη με το κρέας. Και οι δυο αυτές πρόοδοι, έγιναν άμεσα νέα μέσα για τη χειραφέτηση του ανθρώπου.
Με τη συνεργασία του χεριού, των φωνητικών οργάνων και του εγκεφάλου, όχι μόνο σε κάθε άτομο αλλά και σ’ ολόκληρη την κοινωνία, τα ανθρώπινα όντα έγιναν ικανά να εκτελούν όλο και πιο περίπλοκες εργασίες, να θέτουν και να πετυχαίνουν όλο και υψηλότερους σκοπούς. Η ίδια η εργασία γινόταν από γενιά σε γενιά διαφορετική, τελειότερη, περισσότερο ποικίλη. Στο κυνήγι και στην κτηνοτροφία προστέθηκε η γεωργία, σ’ αυτήν προστέθηκαν το κλώσιμο, η υφαντουργική, η μεταλλουργία, η αγγειοπλαστική, η ναυσιπλοΐα. Η τέχνη και η επιστήμη εμφανίστηκαν τέλος, πλάι στο εμπόριο και τη βιοτεχνία. Από τη φυλή αναπτύχθηκαν έθνη και κράτη, εμφανίσθηκε το δίκαιο και η πολιτική, και μαζί του η φανταστική αντανάκλαση των ανθρώπινων πραγμάτων στο ανθρώπινο μυαλό: η θρησκεία. Μπροστά σ’ όλες αυτές τις δημιουργίες που φαίνονταν πριν απ’ όλα σαν προϊόντα του μυαλού και μοιάζανε να δεσπόζουν στις ανθρώπινες κοινωνίες, τα πιο ταπεινά προϊόντα της χειρωνακτικής εργασίας περνούσαν σε δεύτερο πλάνο, κι αυτό τόσο περισσότερο, όσο το πνεύμα που καθόριζε τη διαδικασία της εργασίας ήδη σ’ ένα πρωιμότατο στάδιο της κοινωνικής ανάπτυξης (για παράδειγμα στην πρωτόγονη οικογένεια) είχε τη δυνατότητα να βάζει άλλους να πραγματοποιούν την εργασία που σχεδίαζε. Όλη η τιμή για τη γρήγορη ανάπτυξη του πολιτισμού αποδόθηκε στο πνεύμα, στην ανάπτυξη και στη δραστηριότητα του μυαλού. Οι άνθρωποι συνήθισαν να εξηγούν τη δραστηριότητά τους με τη σκέψη τους αντί να την εξηγούν με τις ανάγκες τους (που αντανακλώνται βέβαια στο μυαλό τους, γίνονται συνείδηση). Έτσι γεννήθηκε με τον καιρό η ιδεαλιστική αντίληψη του κόσμου που κυριάρχησε στα πνεύματα, προπαντός ύστερ’ από την παρακμή της αρχαιότητας.
Συνοπτικά, το ζώο απλώς χρησιμοποιεί την εξωτερική φύση και τη μεταβάλλει μόνο με την παρουσία του. Με τις αλλαγές που της δημιουργεί ο άνθρωπος, την κάνει να υπηρετήσει τους σκοπούς του, την εξουσιάζει. Σ’ αυτό βρίσκεται η τελευταία ουσιαστική διαφορά ανάμεσα στον άνθρωπο και στα υπόλοιπα ζώα και τη διαφορά αυτή τη χρωστά για άλλη μια φορά στην εργασία.
Ας μην κολακευόμαστε ωστόσο πάρα πολύ για τις ανθρώπινες νίκες μας πάνω στη φύση. Η φύση μας εκδικείται για καθεμιά τους. κάθε νίκη έχει βέβαια κατάκύριο λόγο τις συνέπειες στις οποίες υπολογίσαμε, αλλά σε συνέχεια έχει εντελώς διαφορετικά, απρόοπτα αποτελέσματα, που πολύ συχνά εκμηδενίζουν τις πρώτες τους συνέπειες. Οι άνθρωποι που στη Μεσοποταμία, στην Ελλάδα, στη Μικρά Ασία και αλλού, κατέστρεψαν τα δάση για να αποκτήσουν καλλιεργήσιμη γη, ποτέ δεν ονειρεύτηκαν πως μ’ αυτό βάζανε τις βάσεις για την πραγματική ερήμωση αυτών των χωρών, καταστρέφοντας μαζί με τα δάση, και τα κέντρα συγκέντρωσης και διατήρησης της υγρασίας. Όταν οι ορεινοί Ιταλοί κατέστρεψαν στις νότιες πλαγιές των Άλπεων τα δάση των ελάτων, που με τόση φροντίδα διατηρήθηκαν στις βόρειες κλιτύες, δεν είχαν ιδέα πως μ’ αυτό τον τρόπο υποσκάπτανε τη γαλακτοκομία στην περιοχή τους. Ακόμα λιγότερο υποψιάζονταν ότι μ’ αυτή την τακτική στερούσαν από νερό τις βουνίσιες πηγές τους στο μεγαλύτερο μέρος του χρόνου και πως την εποχή των βροχών θα χύνονταν στην πεδιάδα πιο ορμητικοί οι χείμαρροι.
Έτσι τα γεγονότα μας θυμίζουν σε κάθε βήμα, πως δεν κυριαρχούμε σε κάθε βήμα, πως δεν κυριαρχούμε καθόλου πάνω στη φύση όπως ένας κατακτητής πάνω σ’ έναν ξένο λαό, όπως κάποιος που θα στεκόταν έξω από τη φύση, αλλά πως ανήκουμε στη φύση με τη σάρκα, το αίμα, και το μυαλό μας, πως είμαστε μέσα της και πως όλη μας η εξουσία βρίσκεται στο πλεονέκτημα που έχουμε σχετικά μ’ όλα τ’ άλλα όντα, να γνωρίζουμε τους νόμους της και να μπορούμε να τους εφαρμόζουμε ορθά.


