Δευτέρα, 26 Μαρτίου 2018

Μόνο η εργατική μας τάξη μπορεί να βγάλει τη χώρα από το σημερινό αδιέξοδο


Και αυτό μπορεί να το κάνει αν οργανωθεί, ανακτήσει το ηθικό της και αναδείξει νέες ηγεσίες, κατάλληλες για να οδηγήσουν τους νέους μας αγώνες σε νίκες. Ας μην περιμένουμε να μας χαριστεί τίποτα. Οι ξένοι και ντόπιοι κεφαλαιοκράτες, μαζί με όλα τα υπηρετικά τους κόμματα, απεργάζονται μια «έξοδο από τα μνημόνια» που κυρίαρχο στοιχείο της θα είναι η «κανονικοποίηση της φτώχειας». Δεν θα τους περάσει!

Τα αποτελέσματα των ιταλικών εκλογών και ο εμπορικός πόλεμος που κήρυξε ο Τραμπ κατά Κίνας και Ευρωπαϊκής Ένωσης σημαίνουν: παράταση της υπαρξιακής κρίσης της Ε.Ε. και μεγάλη φαγωμάρα μέσα στο παγκόσμιο καπιταλιστικό στρατόπεδο.



1. Όσο περισσότερο πλησιάζουμε προς την περιβόητη «έξοδο από το δανειακό πρόγραμμα» τον προσεχή Αύγουστο τόσο περισσότερο αναδεικνύονται δύο πραγματικότητες: πρώτον, ότι καμιά «παραχώρηση» δεν περιμένει τη συντριπτική πλειονότητα του βασανισμένου από οχτώ χρόνια σκληρής λιτότητας εργαζόμενου ελληνικού λαού, εκτός αν την κερδίσει ο ίδιος με την πάλη του. Και δεύτερον, ότι αυτή η «έξοδος» θα έχει σαφώς περισσότερες περιπλοκές απ’ ό,τι περίμενε, ή τουλάχιστον ήλπιζε, η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ.
Ξεκινώντας απ’ το δεύτερο, είναι κατ’ αρχάς ακόμα αβέβαιο αν η «έξοδος» θα συνοδεύεται από τη δυνατότητα της χώρας να αντλεί κάποια ρευστότητα από τις «αγορές», ή θα χρειαστεί μια «προληπτική γραμμή στήριξης» – δηλαδή, ένα μίνι μνημόνιο, συνοδευόμενο φυσικά από… νέα μέτρα. Ο εμπορικός πόλεμος των ΗΠΑ κατά Κίνας, Ε.Ε. και Ρωσίας, που κήρυξε πρόσφατα ο Τραμπ, είναι η πιο τρανταχτή απόδειξη ότι η παγκόσμια καπιταλιστική οικονομία δεν πάει και τόσο καλά όσο μας λένε. Τα διεθνή χρηματιστήρια πέφτουν, η αβεβαιότητα αυξάνεται, οι κεντρικές τράπεζες έχουν σηκώσει τα χέρια ψηλά, αφού η πολιτική των χαμηλών επιτοκίων έχει αποτύχει να πυροδοτήσει μια ισχυρή ανάπτυξη και η αύξηση των επιτοκίων θα σκοτώσει και αυτή που υπάρχει. Από την άλλη, η μαζική ευρωσκεπτικιστική ψήφος στις ιταλικές εκλογές αναζωπυρώνει την υπαρξιακή αγωνία της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Σε αυτές τις συνθήκες, οι παγκόσμιοι «επενδυτές»-κερδοσκόποι θα απαιτούν υψηλότερο τόκο για να δανείσουν χώρες που θεωρούνται ασταθείς, όπως η Ελλάδα.
Ακόμα περισσότερο, η προοπτική «εξόδου από το πρόγραμμα» δεν φαίνεται να προκαλεί ούτε κατά διάνοια την «έκρηξη» στην εγχώρια αγορά που η κυβέρνηση περίμενε. Η αστική τάξη έχει βγάλει όλο το χρήμα στο εξωτερικό και δεν πρόκειται να το φέρει πίσω. Θα επενδύσει μόνο εάν και εφόσον το χρήμα το βάλει το δημόσιο ταμείο ή η Ε.Ε., και πάλι με δυσκολία. Όσο για τη μικρομεσαία αστική τάξη, αυτή θα παραμείνει για απροσδιόριστο χρονικό διάστημα βαλτωμένη στην υπερχρέωση, τις χρόνιες παθογένειές της και την έλλειψη εσωτερικής ζήτησης. Και πώς να ανέβει η εσωτερική ζήτηση με μισθούς και συντάξεις πείνας;
Αφ’ ετέρου, η αισιοδοξία που δημιούργησε τα προηγούμενα χρόνια η αύξηση των εσόδων από τους τουρίστες φέτος θα φτάσει στα όριά της. Μόνο στη μεγάλη βιομηχανία υπάρχει μια ελπιδοφόρος κινητικότητα. Αποδεικνύοντας ότι η μόνη προοπτική για τη χώρα περνάει μέσα από την ανασυγκρότηση του παραγωγικού, και κυρίως του βιομηχανικού, δυναμικού της – κάτι όμως που δεν μπορεί να πάρει σάρκα και οστά χωρίς δημόσιες επενδύσεις με κεντρικό σχέδιο και χωρίς εργατική τάξη ισχυρή και καλά αμειβόμενη.

2. Εκτός από όλα τα παραπάνω, όμως, η πορεία «εξόδου από τα μνημόνια» έχει μπροστά της και δύο «ναρκοπέδια» άλλης φύσης. Το ένα είναι η γενικευμένη διαφθορά των αστικών επιτελείων, που ήρθε και πάλι στην επιφάνεια με το σκάνδαλο Novartis. Η κυβέρνηση Τσίπρα, ευρισκόμενη σε δύσκολη θέση και με τις δημοσκοπήσεις να δείχνουν μπροστά τον Μητσοτάκη, επεχείρησε να το αξιοποιήσει και να μεταφέρει τη συζήτηση από τα οικονομικά αδιέξοδα στη διαφθορά των παλιών αστικών κομμάτων. Μάλλον δεν τα είχε υπολογίσει καλά, γι’ αυτό και τώρα έρχονται στην επιφάνεια και δικά της… άπλυτα, όπως οι επιδοτήσεις ενοικίου σε πάμπλουτους υπουργούς. Αυτό που μένει είναι ότι ο ξένος παράγοντας μπορεί άνετα να εκβιάζει το εγχώριο αστικό πολιτικό προσωπικό με βάση τις χρόνιες αμαρτίες του και ότι η πορεία «εξόδου από τα μνημόνια» θα είναι υπονομευμένη από τους σκυλοκαβγάδες των κοινοβουλευτικών κομμάτων.
Το δεύτερο ναρκοπέδιο έχει να κάνει με την παταγώδη διάψευση της πολιτικής του ελληνικού καπιταλισμού έναντι της Τουρκίας. Επί δεκαετίες ακούγαμε ότι η επίδειξη καλών προθέσεων έναντι της οποιασδήποτε τουρκικής κυβέρνησης (ακόμα και έναντι του ημι-δικτατορικού καθεστώτος του Ερντογάν) και η υποστήριξη της εισόδου της Τουρκίας στην Ε.Ε. θα φέρει τη βελτίωση των ελληνο-τουρκικών σχέσεων. Και θα ανοίξει την τεράστια τουρκική αγορά στους Έλληνες καπιταλιστές – γιατί αυτό είναι και το μόνο που τους ενδιαφέρει. Τώρα το καθεστώς Ερντογάν, πιεζόμενο και από τις δικές του αντιφάσεις (Κούρδοι, Συρία, εσωτερική καταστολή κ.λπ.), βάζει φρένο στη φιλοδοξία ελληνικού και ελληνοκυπριακού καπιταλισμού να μονοπωλήσουν τα πέρασμα των ενεργειακών πόρων της Ανατολικής Μεσογείου προς την Ευρώπη. Ενώ αντικειμενικά δημιουργεί στον ελληνικό λαό ανησυχία για τα χειρότερα.
Το συμπέρασμα που μας αφορά εμάς από όλα αυτά είναι ότι η ελληνική αστική τάξη, οικονομικά, κοινωνικά, πολιτικά, ηθικά, έχει οδηγήσει τη χώρα σε ένα αδιέξοδο. Επείγει ο εργαζόμενος ελληνικός λαός, με πρωτοπορία τα πιο συνειδητά στρώματα της εργατικής του τάξης, να ανακτήσει το ηθικό του, να οργανωθεί και να μπορέσει να βάλει τη δική του σφραγίδα στις εξελίξεις. Με την πολιτική του σκέψη και την πολιτική του στάση, με την οργάνωση στα σωματεία του και σε οποιεσδήποτε άλλες συλλογικότητες και κινήματα, με την προετοιμασία του για αποφασιστικούς αγώνες.

3. Η μεγαλοαστική τάξη, όσο πλησιάζει η λεγόμενη «μετα-μνημονιακή φάση», φροντίζει να ξεκαθαρίσει ότι δεν θα ανεχθεί επιστροφή στις «παλιές συνήθειες». Εννοώντας φυσικά τη «συνήθεια» των εργαζόμενων να θέλουν ένα αξιοπρεπές βιοτικό επίπεδο και κάποια αυτονόητα δικαιώματα. Γιατί για να αλλάξει τις δικές της συνήθειες, ούτε λόγος βέβαια! Έτσι, τα επιτελεία τους (π.χ. ΣΕΒ) βεβαιώνουν ότι η επαναφορά των συλλογικών συμβάσεων και μια οποιαδήποτε αύξηση του κατώτατου μισθού θα είναι «καταστροφή για την εθνική οικονομία» – μια εθνική οικονομία που οι ίδιοι την κατέστρεψαν μέχρι εκεί που δεν πάει.
Πρωτοπόρος σε αντεργατικό μένος, ο Μητσοτάκης προαναγγέλλει, σε περίπτωση που γίνει πρωθυπουργός, ιδιωτικοποίηση της κοινωνικής ασφάλισης και της παιδείας, φοροελαφρύνσεις μόνο για τις επιχειρήσεις, ένταση της κρατικής καταστολής. Και η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ τι κάνει; Λειτουργώντας σαν ηχώ των καπιταλιστών, φροντίζει να θολώνει όλο και περισσότερο τις παλιές υποσχέσεις για επαναφορά των συλλογικών συμβάσεων και αύξηση του κατώτατου μισθού. Τώρα οι συλλογικές συμβάσεις «θα επανέλθουν» αλλά υπό όρους, όπως η «αντιπροσωπευτικότητα» των εργοδοτικών ενώσεων που τις υπογράφουν, κάτι που σημαίνει ότι στους περισσότερους κλάδους δεν θα επανέλθουν. Και ο κατώτατος μισθός θα αυξηθεί «σταδιακά», και «να δούμε αν το αντέχει η οικονομία», με τους «δανειστές» να προειδοποιούν ότι το θέμα δεν πρέπει ν’ ανοίξει πριν από το καλοκαίρι του 2019!
Το είπαμε και θα το ξαναπούμε. Μην περιμένουμε, ειδικά σε αυτές τις συνθήκες, να μας χαριστεί τίποτα. Αν εμείς δεν παλέψουμε για να πάρουμε πίσω έστω ένα μέρος της ζωής που μας στέρησαν, οι εργοδότες και οι κυβερνήσεις όχι μόνο δεν θα δώσουν αλλά θα κοιτάξουν να μας πάρουν κι άλλα… Κι αν αυτό δεν γίνει άμεσα, θα γίνει έμμεσα, π.χ., με τους φόρους ή τις ανατιμήσεις βασικών προϊόντων.
Η διάθεση για αγωνιστική διεκδίκηση θα επανέλθει, όσο η υπομονή της εργατικής τάξης για κάποιες παραχωρήσεις τελειώνει, όσο αναδεικνύεται ότι πάμε για αυτό που ένας Αμερικανός αναλυτής χαρακτήρισε «κανονικοποίηση της φτώχειας». Ε, λοιπόν, αυτή δεν είναι η δική μας επιλογή! Το να πρέπει να κάνουμε δύο και τρεις δουλειές του ποδαριού για να συμπληρώσουμε ένα μεροκάματο πείνας, το να περιμένουν τα νέα παιδιά χαρτζιλίκι από πετσοκομμένες συντάξεις παππούδων, το να αγωνιούμε αν από τη μέση του μήνα και μετά θα έχουμε χρήματα για τα στοιχειώδη, το να μην τολμάμε να βγούμε για έναν καφέ, το να σκύβουμε το κεφάλι στον εργοδότη γιατί δεν μας παίρνει να ρισκάρουμε απόλυση, το να αφήνουμε απλήρωτους λογαριασμούς και το σπίτι μας χωρίς θέρμανση, δεν είναι η ζωή που θέλουμε, η ζωή που δικαιούμαστε!
Οι Έλληνες εργαζόμενοι, στη μεγάλη τους πλειονότητα, πάλεψαν και παλεύουν με θαυμαστή αξιοπρέπεια οχτώ χρόνια τώρα αυτή την κατάσταση. Και χωρίς να έχουν ξεπουλήσει τη συνείδησή τους στην αγριανθρωπική ιδεολογία των καπιταλιστών και των κομμάτων τους. Μόνο εμείς οι απλοί εργαζόμενοι, που «δεν τα φάγαμε», που δεν τα πιάναμε από πολυεθνικές, που ενδιαφερόμαστε για το πώς τη βγάζει ο διπλανός μας, που πληρώναμε, σε τελευταία ανάλυση, τους φόρους που δεν πλήρωνε η αστική τάξη, μπορούμε να ανοίξουμε έναν δρόμο μακριά από το βάλτωμα που βιώνει σήμερα η χώρα. Και έχουμε και το χρέος να το κάνουμε. Το στρατόπεδό μας, ελλείψει ηγεσίας, είναι σήμερα αδύναμο, αλλά ο καπιταλισμός στη χώρα μας και παγκόσμια, όπως επιβεβαιώνουν όλες οι πρόσφατες εξελίξεις, βρίσκεται σε ιστορική, αξεπέραστη κρίση. Αν πιστέψουμε στις δυνάμεις μας, αν αναδείξουμε νέες, αξιόμαχες, ταξικά αδιάλλακτες ηγεσίες, θα μπορέσουμε να ορθώσουμε το αντίπαλο δέος σε ένα υπέργηρο σύστημα, που ξερνάει παρακμή και διαφθορά απ’ όλους τους πόρους του. Ας προετοιμαστούμε με όλες μας τις δυνάμεις για αυτή την προοπτική!

7.3.2018
Η Συντακτική Επιτροπή