Σάββατο, 24 Μαρτίου 2018

ΙΤΑΛΙΚΕΣ ΕΚΛΟΓΕΣ ΨΗΦΟΣ ΑΝΤΙ-Ε.Ε. ΑΛΛΑ ΛΕΙΠΕΙ Η ΑΡΙΣΤΕΡΑ



Αγωνία στις Βρυξέλλες από τη δυσαρέσκεια των ευρωπαϊκών λαών για τον αυταρχικό «ευρω-μονόδρομο»
 
Διαδήλωση κατά της Ε.Ε. στην Ιταλία. Για να πάρει το αντι-Ε.Ε. κλίμα που επικρατεί στη χώρα, αλλά και σε όλη την Ευρώπη, ξεκάθαρα προοδευτική και ταξική κατεύθυνση, απαιτείται μια ηγεσία που να ανταποκρίνεται στα ιστορικά συμφέροντα της εργατικής τάξης.
Μπορεί η ιταλική πολιτική σκηνή να χαρακτηρίζεται παραδοσιακά από τάσεις υπερβολής και φανφαρονισμού, όμως από τις τελευταίες εκλογές βγαίνουν κάποια ξεκάθαρα πολιτικά συμπεράσματα, σημαντικά για την πορεία της χώρας αλλά και της «Ευρωπαϊκής Ένωσης»:
Συμπέρασμα πρώτο. Ανεβαίνουν οι δυνάμεις που μιλάνε κατά του ευρώ και των
πολιτικών της Ε.Ε., κατά της μαζικής εισροής μεταναστών και υπέρ μιας περισσότερο εθνοκεντρικής οικονομικής πολιτικής. Μεγάλοι κερδισμένοι, το «Κίνημα Πέντε Αστέρων» με 32% και η «Λέγκα» (η οποία συμμετέχει στον συνασπισμό της δεξιάς) με 18%, που σημείωσαν τη μεγαλύτερη άνοδο, χάρη στη ρητορική τους στα παραπάνω θέματα. Βέβαια, εδώ πρέπει να σημειώσουμε ότι τελευταία και τα δύο αυτά κόμματα απέσυραν την παλιότερη θέση τους περί δημοψηφίσματος για έξοδο από το ευρώ.
Συμπέρασμα δεύτερο. Το «Δημοκρατικό Κόμμα» (η αστική σοσιαλδημοκρατική κατάληξη του πρώην ΚΚ Ιταλίας) και ο «κεντροαριστερός» συνασπισμός του οποίου ηγήθηκε, με ποσοστά 19% και 23% αντίστοιχα, ήταν οι μεγάλοι ηττημένοι, πληρώνοντας την ταύτισή τους με την επίσημη γραμμή της γερμανοκρατούμενης Ευρωπαϊκής Ένωσης (λιτότητα, εισροή μεταναστών, περιορισμός εθνικής οικονομικής πολιτικής). Όσο για την κατ’ όνομα περισσότερο αμιγή «αριστερά» («Ελεύθεροι και Ίσοι», «Power to the People» κ.λπ.), έμεινε καθηλωμένη σε ποσοστά πέριξ και κάτω του 3%, πληρώνοντας την άμαχη πολιτική της και την ταύτισή της σε πολλά ζητήματα με τις μεγαλοαστικές επιλογές («ανοιχτά σύνορα», προβολή ατομικών εις βάρος συλλογικών δικαιωμάτων κ.λπ.).
Συμπέρασμα τρίτο. Η χώρα μπαίνει σε μια φάση μεγάλης πολιτικής ρευστότητας, όχι μόνο επειδή θα είναι δύσκολος ο σχηματισμός κυβέρνησης λόγω έλλειψης αυτοδυναμίας κάποιου κόμματος ή συνασπισμού, αλλά και επειδή το πρώτο κόμμα, το «Κίνημα Πέντε Αστέρων», βρίσκεται σε μια φάση συνεχούς εσωτερικής μετάλλαξης και δεν διαθέτει κάποιο δομημένο πρόγραμμα, το οποίο να προϊδεάζει για την εξέλιξή του.
Σε όλα αυτά θα πρέπει να συνυπολογίσουμε ότι η Ιταλία αυτή τη στιγμή διαθέτει από τους χαμηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης στην Ευρώπη, ένα πολύ υψηλό δημόσιο χρέος (133% του ΑΕΠ) και ένα από τα υψηλότερα ποσοστά ανεργίας (11% στο σύνολο και 32% στους νέους).
Η κατάσταση λοιπόν είναι τέτοια που επιφυλάσσει μεγάλους πονοκεφάλους στη γραφειοκρατία των Βρυξελλών και τη γερμανική ηγεμονία. Το αντι-ΕΕ μήνυμα των εκλογών ήταν σαφές. Η Ιταλία είναι μια χώρα με μεγάλη παραγωγική βάση, η οποία επλήγη από το σκληρό ευρώ και την πρωτοκαθεδρία των Γερμανών. Φυσικό είναι λοιπόν να ενισχύονται οι τάσεις ιταλο-κεντρικής οικονομικής πολιτικής και αμφισβήτησης της νεοφιλελεύθερης «ορθοδοξίας».
Όσο για τους θρήνους περί «επέλασης της ακροδεξιάς», οι οποίοι ακούγονται τόσο από τα κυρίαρχα ΜΜΕ όσο και από τις διάφορες «κεντροαριστερές» ή «αριστερές» δυνάμεις, θα πρέπει κατ’ αρχάς να υπενθυμίσουμε ότι όποιος μιλά κατά της μαζικής εισαγωγής φτηνών εργατικών χεριών (μεταναστών) δεν είναι εξ ορισμού «ρατσιστής, ακροδεξιός και φασίστας», και επιπλέον ότι σε κομβικά θέματα οικονομικής και εργατικής πολιτικής το κυβερνών «Δημοκρατικό Κόμμα» ήταν εξόχως δεξιό. Είναι δε απολύτως φυσικό να καθηλώνεται σε χαμηλά ποσοστά η ψευδεπίγραφη «αριστερά» που δεν κατανοεί τα απτά προβλήματα της εργατικής τάξης, δεν της δίνει καμία προοπτική και –αντίθετα– σε καίρια ζητήματα (όπως το μεταναστευτικό) ταυτίζεται με τα μεγαλοαστικά συμφέροντα.
Χωρίς λοιπόν να ισχυριζόμαστε ότι θα υπάρξουν άμεσες και θεαματικές εξελίξεις, το βέβαιο είναι ότι οι διαλυτικές τάσεις εντός ΕΕ θα ενισχυθούν, καθώς η ιταλική αστική τάξη αναζητεί εναγωνίως τρόπο να αντιμετωπίσει την άσχημη οικονομική κατάσταση της χώρας. Και φυσικά, η μεγαλύτερη αναγκαιότητα παραμένει η ανάδειξη μιας ηγεσίας της εργατικής τάξης, τόσο σε ιταλικό όσο και σε πανευρωπαϊκό επίπεδο, αντάξιας των προκλήσεων της εποχής μας.

Βασίλης Παπανικολάου