Πέμπτη, 24 Οκτωβρίου 2019

Ο ΛΕΩΝ ΤΡΟΤΣΚΥ ΓΙΑ ΤΑ ΣΥΝΔΙΚΑΤΑ


Αποσπάσματα από έργα του Λέοντα Τρότσκυ
για τη σημασία και τον ρόλο των εργατικών συνδικάτων


 …Πολλοί συνδικαλιστές πιστεύουν ακόμη και τώρα ότι τα συνδικάτα σαν τέτοια μπορούν να καταργήσουν την καπιταλιστική ιδιοκτησία και ν’ ανατρέψουν το αστικό κράτος. Αλλά αυτό δεν είναι αλήθεια. Τα συνδικάτα είναι ένα ισχυρό όπλο σε μια γενική απεργία γιατί τα μέσα και οι μέθοδοι μια γενικής  απεργίας συμπίπτουν με αυτά που χρησιμοποιούν οι συνδικαλιστικές οργανώσεις. Αλλά στην πραγματικότητα, για να μετατραπεί μια απεργία σε γενική απεργία, είναι αναγκαία μια δραστήρια μειοψηφία που θα διεξάγει επαναστατική δραστηριότητα μέσα στις μάζες, μέρα με τη μέρα, ώρα με την ώρα. Είναι καθαρό ότι αυτή η μειοψηφία δεν μπορεί να οργανωθεί στη βάση συντεχνιακών ή συνδικαλιστικών χαρακτηριστικών αλλά στη βάση ενός καθορισμένου προγράμματος προλεταριακής επαναστατικής δράσης. Δηλαδή, στη βάση ενός επαναστατικού κόμματος.

…Μια γενική απεργία, η οποία μπορεί να οργανωθεί καλά μέσα απ’ τον μηχανισμό των συνδικάτων, δεν αρκεί για την ανατροπή της καπιταλιστικής εξουσίας. Μια γενική απεργία είναι ένα μέσο άμυνας, όχι ένα μέσο επίθεσης. Εμείς όμως πρέπει να ανατρέψομε την μπουρζουαζία και ν’ αρπάξουμε τον κρατικό μηχανισμό απ’ τα χέρια της. Η μπουρζουαζία, μέσω του κράτους της, υποστηρίζεται από τον στρατό της. Μόνο μια ανοιχτή εξέγερση, στην οποία το προλεταριάτο συγκρούεται πρόσωπο με πρόσωπο με το στρατό, κερδίζοντας απ’ αυτόν τα καλύτερα κομμάτια του και δίνοντας σκληρά χτυπήματα – μόνο μια τέτοια ανοιχτή εξέγερση μπορεί να κάνει το προλεταριάτο κύριο της κατάστασης μέσα στη χώρα.

«Γράμμα σε έναν Γάλλο
Συνδικαλιστή σχετικά με το
Κομμουνιστικό Κόμμα», 1920



Εμείς προσανατολιζόμαστε όχι με βάση το τι κάνουν οι ρεφορμιστές αλλά με βάση τις αντικειμενικές περιστάσεις και την κατάσταση που επικρατεί στα μυαλά των εργατών. Το ίδιο ισχύει και για τον χαρακτήρα των αιτημάτων που προτάσσουμε. Θα ήταν καταδικαστικό για μας το να δεχθούμε ένα ενιαίο μέτωπο στη βάση των όρων που θέτουν οι ρεφορμιστές, δηλαδή, στη βάση μίνιμουμ αιτημάτων. Οι εργαζόμενες μάζες δεν θα βγουν στον αγώνα για αιτήματα είναι ιδιαίτερα μετριοπαθή, οι εργάτες θα που στους εαυτούς τους: «Γιατί ν’ ασχοληθώ; Δεν αξίζει τον κόπο».
…Είναι εντελώς αναμφισβήτητο ότι η ενότητα της εργατικής τάξης μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο πάνω σε μια επαναστατική βάση. Η πολιτική του ενιαίου μετώπου είναι ένα απ’ τα μέσα για την απελευθέρωση των εργατών από τη ρεφορμιστική επιρροή και, ακόμη, σε τελευταία ανάλυση, είναι ένα μέσο προς τη γνήσια ενότητα τα εργατικής τάξης. Πρέπει να εξηγούμε διαρκώς τις Μαρξιστικές αλήθειες στους προχωρημένους εργάτες. Αλλά μια ιστορική προοπτική, ακόμη και η πιο σωστή, δεν μπορεί ν’ αντικαταστήσει τη ζωντανή εμπειρία των μαζών. Το κόμμα είναι η πρωτοπορία, αλλά στη δράση του, ειδικά στη συνδικαλιστική δράση του, πρέπει να έχει την ικανότητα να αγκαλιάζει και την οπισθοφυλακή της τάξης. Στην πράξη, πρέπει να δείχνει στους εργάτες –μια, δυο, δέκα φορές αν χρειαστεί- ότι είναι έτοιμο ανά πάσα στιγμή να τους βοηθήσει ν’ αποκαταστήσουν την ενότητα των συνδικαλιστικών τους οργανώσεων. Και εδώ, παραμένουμε πιστοί στις ουσιαστικές αρχές της μαρξιστικής στρατηγικής: να συνδυάζουμε την πάλη για μεταρρυθμίσεις με την πάλη για την επανάσταση.

«Το ζήτημα της ενότητας
Στα συνδικάτα»,1931


Τα συνδικάτα σχηματίστηκαν στην εποχή της ανόδου και της ανάπτυξης του καπιταλισμού. Καθήκον τους είχαν την ανύψωση του υλικού κα πολιτιστικού επιπέδου του προλεταριάτου και την επέκταση των πολιτικών δικαιωμάτων του. Αυτή η εργασία, που στην Αγγλία κράτησε πάνω από έναν αιώνα, έδωσε στα συνδικάτα τεράστιο κύρος έναντι των εργατών.

Η παρακμή του βρετανικού καπιταλισμού, μέσα στα πλαίσια της παρακμής του παγκόσμιου καπιταλιστικού συστήματος, υπονόμευσε τα θεμέλια της ρεφορμιστικής εργασίας των συνδικάτων. Ο καπιταλισμός μπορεί να κρατιέται στη ζωή μόνο ρίχνοντας το βιοτικό επίπεδο της εργατικής τάξης. Κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες, τα συνδικάτα μπορούν είτε να μετασχηματιστούν σε επαναστατικές οργανώσεις ή να μετατραπούν σε υπηρέτες του κεφαλαίου για την εντατικοποίηση της εκμετάλλευσης των εργατών. Η γραφειοκρατία των συνδικάτων, η οποία έχει λύσει επιτυχημένα το δικό της κοινωνικό πρόβλημα, πήρε τον δεύτερο δρόμο. Έστρεψε όλη τη συσσωρευμένη εξουσία των συνδικάτων ενάντια στη σοσιαλιστική επανάσταση και ακόμη ενάντια σε κάθε προσπάθεια των εργατών ν’ αμυνθούν στις επιθέσεις του κεφαλαίου και της αντίδρασης.
Όπως ήδη έχει ειπωθεί, τα συνδικάτα σήμερα κρατούν μια αντιδραστική και όχι μια προοδευτική στάση. Όμως, αγκαλιάζουν ακόμη εκατομμύρια εργάτες. Δεν πρέπει κανείς ν’ αναρωτιέται αν οι εργάτες είναι τυφλοί και δεν βλέπουν την αλλαγή στον ιστορικό ρόλο των συνδικάτων. Αλλά τι πρέπει να γίνει;… Οι εργάτες λένε στους εαυτούς τους: Τα συνδικάτα είναι κακά, αλλά χωρίς αυτά θα ήταν ακόμη χειρότερα. Αυτή είναι η ψυχολογία κάποιου που βρίσκεται σε αδιέξοδο. Στο μεταξύ, η συνδικαλιστική γραφειοκρατία καταδιώκει όλο και πιο αποφασιστικά τους επαναστάτες εργάτες, αντικαθιστώντας θρασύτατα την εσωτερική δημοκρατία με την αυθαίρετη δράση μια κλίκας, μετασχηματίζοντας έτσι στην ουσία τα συνδικάτα σε ένα είδος στρατοπέδων συγκέντρωσης των εργατών για την εποχή της καπιταλιστικής παρακμής.
Υπ’ αυτές τις συνθήκες, εύκολα έρχεται η σκέψη: Δεν μπορούμε να παρακάμψουμε τα συνδικάτα; Δεν μπορούμε να τα’ αντικαταστήσουμε από κάποιο είδος φρέσκων, αδιάφθορων οργανώσεων, όπως τα επαναστατικά συνδικάτα, οι εργοστασιακές επιτροπές, τα σοβιέτ και άλλα παρόμοια; Το θεμελιώδες λάθος τέτοιων προσπαθειών είναι ότι υποβιβάζουν στο επίπεδο οργανωτικών πειραματισμών, το κορυφαίο πολιτικό πρόβλημα του πώς ν’ απελευθερώσεις τις μάζες απ’ την επιρροή της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας. Δεν είναι αρκετό να υποδείξεις στις μάζες μια νέα κατεύθυνση. Είναι απαραίτητα να πας στις μάζες, εκεί που αυτές βρίσκονται, και να τις καθοδηγήσεις.
Οι ανυπόμονοι αριστεριστές λένε μερικές φορές ότι είναι εντελώς αδύνατο να κερδίσουμε τα συνδικάτα, γιατί η γραφειοκρατία χρησιμοποιεί το εσωτερικό καθεστώς των οργανώσεων για να διατηρεί τα προνόμιά της, καταφεύγοντας στις πιο χυδαίες μηχανορραφίες, καταπιέσεις και ανοιχτές νοθείες, κατά το πνεύμα της κοινοβουλευτικής ολιγαρχίας των «σάπιων δήμων». Γιατί τότε να χάνουμε χρόνο και δυνάμεις; Αυτό το επιχείρημα ισοδυναμεί με εγκατάλειψη της πραγματικής πάλης για το κέρδισμα των μαζών, χρησιμοποιώντας ως πρόφαση τον διεφθαρμένο χαρακτήρα της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας.
Αυτό το επιχείρημα μπορεί ν’ αναπτυχθεί ακόμη παραπέρα. Γιατί να μην εγκαταλείψουμε την επαναστατική δουλειά εντελώς, λαμβάνοντας υπ’ όψιν μας τις καταπιέσεις και τις προβοκάτσιες της κυβερνητικής γραφειοκρατίας; Δεν υπάρχει καμιά διαφορά αρχής εδώ, απ’ τη στιγμή που η συνδικαλιστική γραφειοκρατία έχει γίνει οριστικά τμήμα του καπιταλιστικού  εποικοδομήματος, οικονομικού και κυβερνητικού. Είναι ανόητο να πιστεύουμε ότι μπορούμε να παλέψουμε ενάντια στη συνδικαλιστική γραφειοκρατία με τη βοήθειά της ή έστω με τη συγκατάθεσή της. Στο βαθμό που αυτή υπερασπίζεται τα συμφέροντά της με καταδιώξεις, βία, διαγραφές, καταφεύγοντας συχνά στη βοήθεια των κυβερνητικών αρχών, πρέπει να μάθουμε να δουλεύουμε στα συνδικάτα μυστικά, βρίσκοντας μια κοινή γλώσσα με τις μάζες, χωρίς όμως ν’ αποκαλυπτόμαστε στη γραφειοκρατία, πριν την κατάλληλη στιγμή. Ειδικά στη δική μας εποχή, που η ρεφορμιστική γραφειοκρατία του προλεταριάτου έχει μετατραπεί σε μια οικονομική αστυνομία του κεφαλαίου, η επαναστατική εργασία μέσα στα συνδικάτα, αν οργανωθεί με έξυπνο και συστηματικό τρόπο, μπορεί να προσφέρει σπουδαία αποτελέσματα σε σχετικά λίγο χρόνο.
… Είναι απολύτως σωστό να προετοιμάζουμε από τώρα στα μυαλά των εργατών την ιδέα της δημιουργίας εργοστασιακών επιτροπών και εργατικών συμβουλίων κατά τη στιγμή που θα συμβεί μια οξεία αλλαγή. Αλλά θα ήταν το μεγαλύτερο λάθος να «παίζουμε» με το σύνθημα των εργοστασιακών συμβουλίων, για να παρηγορούμαστε για την έλλειψη πραγματικής δουλειάς και πραγματικής επιρροής στα συνδικάτα. Το να αντιπαραθέτει κανείς την αφηρημένη ιδέα των εργατικών συμβουλίων στα υπάρχοντα συνδικάτα, σημαίνει ότι θέτει τον εαυτό του όχι μόνο ενάντια στη γραφειοκρατία αλλά και ενάντια στις ίδιες τις μάζες. Έτσι, χάνει και κάθε δυνατότητα να προετοιμάσει το έδαφος για τη δημιουργία εργατικών συμβουλίων.
Σ’ αυτό, η Κομιντέρν έχει κερδίσει μια όχι μικρή εμπειρία: Έχοντας συγκροτήσει υποτακτικά, δηλαδή καθαρά Κομμουνιστικά, συνδικάτα, αντιπαράθεσε τα τμήματά της στις εργαζόμενες μάζες μ’ έναν εχθρικό τρόπο και έτσι καταδίκασε τον εαυτό της σε πλήρη αδυναμία. Αυτός υπήρξε ένας απ’ τους πιο σημαντικούς λόγους της κατάρρευσης του Γερμανικού Κομμουνιστικού Κόμματος. …Η θεωρία και η πρακτική του σοσιαλφασισμού και ή άρνηση της πολιτικής του ενιαίου μετώπου δημιούργησαν αξεπέραστα εμπόδια για τη δουλειά μέσα στα συνδικάτα, απ’ τη στιγμή που κάθε συνδικάτο είναι απ’ τη φύση του ένα διαρκές ενιαίο μέτωπο μεταξύ των επαναστατικών, των ρεφορμιστικών και των ακομμάτιστων εργατικών μαζών.

«Τα συνδικάτα στη Βρετανία», 1933


Είναι ανάγκη να προσαρμοστούμε εμείς οι ίδιοι στις συγκεκριμένες συνθήκες που υπάρχουν στα συνδικάτα κάθε χώρας, για να κινητοποιήσουμε τις μάζες, όχι μόνο ενάντια στη μπουρζουαζία, αλλά και ενάντια στο ολοκληρωτικό καθεστώς που βασιλεύει στα ίδια τα συνδικάτα και ενάντια στους ηγέτες που ενισχύουν αυτό το καθεστώς.
Το πρώτο σύνθημα σ’ αυτόν τον αγώνα είναι: πλήρης και χωρίς όρους ανεξαρτησία των συνδικάτων από το καπιταλιστικό κράτος. Αυτό σημαίνει: αγώνας για τη μεταβολή των συνδικάτων σε όργανα των εκμεταλλευομένων μαζών και όχι σε όργανα μιας εργατικής αριστοκρατίας.
Το δεύτερο σύνθημα είναι: δημοκρατία στα συνδικάτα. Αυτό το δεύτερο σύνθημα βγαίνει άμεσα από το πρώτο και προϋποθέτει για να πραγματοποιηθεί, απόλυτη ελευθερία των συνδικάτων απέναντι στο κράτος, αποικιακό ή ιμπεριαλιστικό.
…Από τα παραπάνω βγαίνει καθαρά πως μ’ όλο τον συνεχή εκφυλισμό των συνδικάτων και την προοδευτική μεταβολή τους σε ολοκληρωτικά στο ιμπεριαλιστικό κράτος, η δουλειά μέσα στα συνδικάτα, όχι μόνο δεν έχασε τίποτε από τη σπουδαιότητά της, αλλά μένει όπως και πριν και γίνεται μάλιστα υπό μιαν ορισμένη έννοια επαναστατική. Ο σκοπός αυτής της δουλειάς παραμένει ουσιαστικά ο αγώνας για την  επιρροή πάνω στην εργατική τάξη. Κάθε οργάνωση, κάθε κόμμα, κάθε φράξια που επιτρέπει στον εαυτό της θέση τελεσιγραφική απέναντι στα συνδικάτα, δηλαδή που στην πραγματικότητα γυρίζει την πλάτη στην εργατική τάξη μόνο και μόνο γιατί οι οργανώσεις δεν της αρέσουν, είναι καταδικασμένη να χαθεί. Και πρέπει να πούμε πως είναι άξια της τύχης της.

«Τα Συνδικάτα στην Εποχή
Της Ιμπεριαλιστικής Παρακμής», 1940