Μπορεί το διεθνές δίκαιο να είναι όντως το δίκαιο του ισχυρού, αλλά και ο πιο ισχυρός δεν μπορεί να αναστείλει τους νόμους της ιστορίας
Αμέσως μετά τη λήξη του ιμπεριαλιστικού σφαγείου του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, και συγκεκριμένα στις 26 Ιουνίου 1945, υπεγράφη ο Καταστατικός Χάρτης του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών, ο οποίος αναγορεύει σε θεμελιώδεις αρχές του διεθνούς δικαίου την αρχή της Αυτοδιάθεσης των Λαών, καθώς και της Εδαφικής Ακεραιότητας και της Πολιτικής Ανεξαρτησίας των Κρατών, παράλληλα με την ειρηνική επίλυση των διεθνών διαφορών. Οι θεμελιώδεις αυτές αρχές, βασισμένες όλες στη δημοκρατική αρχή, ήρθαν να υψώσουν ένα κανονιστικό τείχος στη μέχρι πρότινος ιμπεριαλιστική αρπακτική λύσσα, που είχε κοστίσει εκατομμύρια θύματα σε όλον τον πλανήτη. Κανείς βέβαια δεν έχει την αυταπάτη ότι ο πλανήτης αυτομάτως μετατράπηκε σε παράδεισο ειρήνης και συνεννόησης, είναι δε γνωστό ότι δεν υπάρχει καμιά διεθνής δύναμη για να εξασφαλίσει την τήρηση αυτών των αρχών, που πολλές φορές μέχρι σήμερα έχουν παραβιαστεί. Εντούτοις, οι αρχές αυτές εξακολουθούν να αποτυπώνουν κάποιες απόλυτα θεμελιώδεις κατακτήσεις και αναγκαιότητες της ανθρωπότητας. Συγχρόνως, οι αρχές αυτές αποτελούν οχυρά προστασίας των πιο αδύναμων λαών και κρατών.
Κι όμως. Σε μια πρωτοφανή επίδειξη δουλικότητας, τυχοδιωκτισμού και ευκαιριακής πολιτικής, ο Έλληνας πρωθυπουργός Μητσοτάκης, ο πρωθυπουργός μιας χώρας που συχνά δέχεται στρατιωτικές απειλές και παράλληλα βρίσκεται σε ασθενή οικονομική και δημογραφική θέση, ήρθε να βάλει σε δεύτερη μοίρα τις θεμελιώδεις αυτές αρχές, που μετά από λίγο μπορεί κι ο ίδιος να χρειαστεί να επικαλεστεί, και σχολιάζοντας την απροκάλυπτη ιμπεριαλιστική επέμβαση των ΗΠΑ στη Βενεζουέλα και την απαγωγή του προέδρου της Μαδούρο, αφού πρώτα πανηγύρισε για την «απαλλαγή» του λαού της Βενεζουέλας από αυτόν τον «δικτάτορα», είπε ότι «δεν είναι η στιγμή να σχολιάσουμε τη νομιμότητα των πρόσφατων ενεργειών».
Η κατάπτυστη θέση Μητσοτάκη, που υποστηρίχθηκε και από όλο το ακροδεξιό μπλοκ της κυβέρνησής του (Άδωνις, Πλεύρης κ.ά.), υποδηλώνει κατά βάση δύο πράγματα: πρώτον, ότι αδιαφορεί πλήρως για τις θεμελιώδεις δημοκρατικές αρχές της λαϊκής κυριαρχίας και της αυτοδιάθεσης των λαών. Και δεύτερον, ότι διακατέχεται από ένα καθαρά δωσιλογικό πνεύμα ευκαιριακής υποταγής στον εκάστοτε ισχυρό,προκειμένου να αποσπάσει την προσωρινή του εύνοια.
Η χαμερπής και κοντόφθαλμη αυτή πολιτική πλασάρεται ως δήθεν «ρεαλιστική», και μάλιστα με επίκληση αποσπασμάτων του Θουκυδίδη, όμως κάθε άλλο παρά τέτοια είναι. Στην πραγματικότητα, αντανακλά το πνεύμα αποδοχής του παραπληρωματικού χαρακτήρα της χώρας μας στον διεθνή καταμερισμό εργασίας(χώρα τουρισμού και υπηρεσιών) και το ευκαιριακό πνεύμα των κυρίαρχων ελληνικών μεγαλοαστικών μερίδων (εφοπλιστές, μεταπράτες κ.λπ.).
Αυτή η δήθεν «ρεαλιστική» πολιτική εγκυμονεί τους μεγαλύτερους κινδύνους για τον λαό και τη χώρα μας, αφενός γιατί βάζει εξ ορισμού τον λαό σε ρόλο αμέτοχου και παθητικού θεατή των εξελίξεων και αφετέρου γιατί αντιμετωπίζει τη χώρα ως ένα διεθνές έρμαιο, το οποίο απλώς περιμένει τα ψίχουλα των ισχυρών.Με τον τρόπο αυτό, μια χαμηλής ισχύος χώρα όπως η Ελλάδα μετατρέπεται σε εθελόδουλο και παρία.
Και φυσικά, αυτή η δήθεν «ρεαλιστική» πολιτική παραβλέπει τη μεγάλη ιστορική αλήθεια ότι όσο προχωρά η χειραφέτηση των λαών τόσο οι «ισχυροί» των ιμπεριαλιστικών μεγαλοαστικών τάξεων καθίστανται ανίσχυροι. Και επίσης παραβλέπει ότι, ακόμα και σε επίπεδο ενδοϊμπεριαλιστικών συσχετισμών, ο σημερινός «ισχυρός» μπορεί αύριο να υποσκελιστεί από κάποιον ισχυρότερο.
Τέλος, η «ρεαλιστική» αυτή πολιτική ξεχνά ότι τον τυχάρπαστο κανείς δεν τον σέβεται και δεν τον λαμβάνει σοβαρά υπόψη του.
Ο ελληνικός λαός δεν πρέπει λοιπόν επ’ ουδενί να ενστερνιστεί αυτό το πνεύμα της ραγιάδικης υποταγής στο «δίκαιο του ισχυρού». Θα πρέπει, όπως σταθερά έχει πράξει τα τελευταία διακόσια χρόνια της ιστορίας του, να ακολουθήσει τους αγώνες των λαών της γης για δημοκρατία και αυτοδιάθεση. Εκεί που άλλωστε βρίσκεται το μέλλον της ανθρωπότητας.
Βασίλης Παπανικολάου
