Τρίτη, 30 Ιουλίου 2019

Δεξιά παλινόρθωση αλλά χωρίς ηγεμονία Νέοι αγώνες είναι μπροστά μας


Η νεοφιλελεύθερη ΝΔ του Μητσοτάκη πέτυχε μια άνετη εκλογική επικράτηση, που είχε «προαναγγελθεί» από τις ευρωεκλογές. Ωστόσο, η εργατική τάξη, τα φτωχά στρώματα, η νεολαία δεν έριξαν «λευκή πετσέτα». Οι νεοφιλελεύθερες ιδέες δεν είναι πλειοψηφία στην κοινωνία. Το μόνο σίγουρο είναι ότι η νέα κυβέρνηση θα δώσει γρήγορα αφορμές για να ξαναβγούμε στους δρόμους του αγώνα!

Η νέα κυβέρνηση θεωρεί ότι το δυνατό της χαρτί θα είναι η «ανάπτυξη». Όμως, με τις αντιλαϊκές συνταγές της, χωρίς δημόσιες επενδύσεις, και μέσα στο ασφυκτικό πλαίσιο της δανειακής εξάρτησης της Ελλάδας, δεν πρόκειται να υπάρξει καμιά πραγματική παραγωγική ανάπτυξη που θα άλλαζε ριζικά την κατάσταση της χώρας.



1. Τα αποτελέσματα των εθνικών εκλογών της 7ης Ιουλίου επιβεβαίωσαν ότι η χώρα έχει περάσει σε μια εντελώς νέα πολιτική κατάσταση, κάτι που σε μεγάλο βαθμό βέβαια είχε διαφανεί από τις ευρωεκλογές και τις τοπικές εκλογές του Μαΐου. Η νεοφιλελεύθερη δεξιά του Μητσοτάκη πέτυχε μια άνετη νίκη και άνετη αυτοδυναμία. Είναι σαφές ότι μιλάμε για ένα πισωγύρισμα, από τρεις τουλάχιστον απόψεις: α) Απειλούνται όχι μόνο κατακτήσεις που είχαν επιτευχθεί ή επανέλθει τα τελευταία χρόνια (π.χ. συλλογικές συμβάσεις) αλλά και ό,τι είχε απομείνει ως δημόσια περιουσία/δημόσιος τομέας μετά τη μνημονιακή λαίλαπα. β) Μέσα στο ούτως ή άλλως αντιδραστικό πλαίσιο της υπερχρέωσης της χώρας και της επιτήρησης από τους «δανειστές», θα επιχειρηθεί η επιβολή και παγίωση ακόμα πιο σκληρών νεοφιλελεύθερων αντιλήψεων και πολιτικών. γ) Διαμορφώνεται γενικά ένας αρνητικότερος ταξικός συσχετισμός, ένα πιο δύσκολο έδαφος για την οργάνωση της εργατικής μας τάξης.
Παρ’ όλα αυτά, η νίκη της Νέας Δημοκρατίας απέχει πολύ από έναν θρίαμβο, από μια ξεκάθαρη πολιτική και ιδεολογική ηγεμονία. Έστω και την τελευταία στιγμή, μεγάλα τμήματα των εργατικών και λαϊκών στρωμάτων καθώς και της νεολαίας κινητοποιήθηκαν εκλογικά, με αποτέλεσμα να «θολώσει» η εικόνα της δεξιάς παλινόρθωσης. Τα κόμματα της δεξιάς και της ακροδεξιάς συγκέντρωσαν συνολικά λιγότερες από τις μισές ψήφους, 2,68 εκατομμύρια σε σύνολο 5,65 εκατομμυρίων, λίγο περισσότερο από τα κόμματα που αναφέρονται γενικά στην αριστερά και στα εργαζόμενα στρώματα (2,44 εκατομμύρια ψήφοι). Οι μικρές τελικά απώλειες του ΣΥΡΙΖΑ σε σχέση με τις εκλογές του Σεπτεμβρίου του ’15 (150 χιλιάδες ψήφοι), η αριστερόστροφη ψήφος της νεολαίας, η είσοδος στη Βουλή του ΜεΡΑ25, ακόμα ακόμα και το γεγονός ότι το ΚΚΕ αναδείχθηκε τρίτο κόμμα στην Αττική, όλα αυτά είναι στοιχεία που έχουν τη σημασία τους.
Το ότι τα λαϊκά προάστια της Αθήνας, του Πειραιά, της Θεσσαλονίκης, της Πάτρας δεν βάφτηκαν «γαλάζια» είναι ένα εφαλτήριο για τους δύσκολους αγώνες που θα έχουμε μπροστά μας, απέναντι σε ένα επιτελείο που, όσο κι αν προσπάθησε να κρύψει τις ρεβανσιστικές του διαθέσεις, όλοι ξέρουμε ότι έρχεται για να χτυπήσει, και όχι απλώς για να διαχειριστεί την κατάσταση. Αυτό που έχει σημασία τώρα είναι το πιο πρωτοπόρο και ενεργητικό κομμάτι της εργατικής μας τάξης να βγάλει τα πολιτικά του συμπεράσματα, να μη φοβηθεί την κατάσταση και να περάσει όσο το δυνατόν πιο γρήγορα σε μια φάση προετοιμασίας για αποφασιστική αντίσταση.

2. Για το πώς φθάσαμε στον σημερινό συσχετισμό δυνάμεων έχουμε μιλήσει και στο προηγούμενο φύλλο της εφημερίδας μας, και δεν θεωρούμε ότι τώρα είναι ώρα απολογισμών. Ωστόσο, έχει σημασία να καταγράψουμε ορισμένες πολιτικές τάσεις που ανέδειξαν αυτές οι εκλογές, για να ξέρουμε πού βαδίζουμε γενικά.
Κατ’ αρχάς, έχουμε ένα σκηνικό που θυμίζει προ-μνημονιακό δικομματισμό. Με τη μεγάλη άνοδο της ΝΔ και την αξιοσημείωτη ανάκαμψη του ΣΥΡΙΖΑ σε σχέση με τις ευρωεκλογές, τα δύο πρώτα κόμματα συγκεντρώνουν συνολικά ένα 71%. Αυτό το 71% εκφράζει τη σχετική σταθεροποίηση του ελληνικού καπιταλισμού και του πολιτικού του εποικοδομήματος, μετά τη βαθιά, δομική, υπαρξιακή του κρίση την περίοδο 2010-2015. Βέβαια, αυτή η σταθεροποίηση παραμένει πολύ εύθραυστη, και θα εξαρτηθεί από πολλούς παράγοντες, όπως οι εξελίξεις στην οικονομία, οι ευρωπαϊκές εξελίξεις, η γενικότερη πολιτική και αγωνιστική κατάσταση του εργαζόμενου ελληνικού λαού κ.λπ.
Η Νέα Δημοκρατία κατάφερε να κερδίσει πλήρως τη δυσαρέσκεια των μικροαστικών στρωμάτων αλλά και ενός τμήματος των μισθωτών, ενώ απορρόφησε κομμάτια του κέντρου και της ακροδεξιάς. Όσο κι αν ο Μητσοτάκης δρέπει δάφνες για το ποσοστό που πέτυχε, σε πραγματικές ψήφους πήρε 50 χιλιάδες λιγότερες απ’ το 2009, όταν η ΝΔ είχε συντριβεί εκλογικά. Δεν θα είναι εύκολο η κυβέρνηση αυτή να ανταποκριθεί αφ’ ενός στις πιέσεις των πιο αντιδραστικών κύκλων για γρήγορες αντιλαϊκές «μεταρρυθμίσεις» και, ταυτόχρονα, στην ανάγκη «εθνικής ενότητας» και «κοινωνικής συναίνεσης» προς όφελος της συνολικότερης σταθεροποίησης του συστήματος.
Ο ΣΥΡΙΖΑ θα λέγαμε ότι έπεσε από την Ακρόπολη και στάθηκε όρθιος. Αυτό όμως το χρωστά πρώτα και κύρια στον φόβο δημοσίων υπαλλήλων, φτωχών μισθωτών και άλλων λαϊκών στρωμάτων απέναντι στον Μητσοτάκη. Ως κόμμα, όπως αποδείχθηκε και στις αυτοδιοικητικές εκλογές, δεν έχει ρίζες στις τοπικές κοινωνίες, ενώ πολύ φτωχό είναι και το στελεχικό του δυναμικό. Ο Τσίπρας το βράδυ των εκλογών ουσιαστικά προανήγγειλε τον μετασχηματισμό του ΣΥΡΙΖΑ σε κάτι σαν νέο ΠΑΣΟΚ. Δεν θα είναι εύκολο να διατηρήσει μια αναφορά στην αριστερά και ταυτόχρονα να καλύψει πλήρως τον χώρο της «μεγάλης προοδευτικής δημοκρατικής παράταξης», δηλαδή, του αστικού Κέντρου.
Το ΚΙΝΑΛ, παρότι άντεξε στην πόλωση και πήρε ένα διόλου ευκαταφρόνητο 8,1%, θα βρεθεί την επόμενη περίοδο μεταξύ σφύρας και άκμονος, καθώς θα πρέπει να ελίσσεται διαρκώς μεταξύ ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ.
Το ΚΚΕ αποδείχθηκε πλήρως περιχαρακωμένο όσον αφορά την ευρύτερη επιρροή του στον ελληνικό λαό. Δεν κέρδισε τίποτε από τη φθορά του ΣΥΡΙΖΑ, έχει χάσει τα 2/5 των ψήφων του από το 2009, και ο λόγος είναι ότι αποφεύγει συστηματικά κάθε έμπρακτη σύγκρουση με το σύστημα. Συνειδητά έχει μετατρέψει τα σωματεία του σε νεκροταφεία και με έναν απόλυτα σεχταριστικό λόγο σαμποτάρει κάθε ενιαιομετωπική δράση.
Στα ευχάριστα των εκλογών ασφαλώς το ότι οι φασίστες της Χρυσής Αυγής βγήκαν εκτός Βουλής. Αποδείχθηκε ότι οι φασίστες βιάστηκαν το 2013, δεν είχαν την ανοχή της αστικής τάξης να αναπτύξουν ένα πραγματικό φασιστικό κίνημα, κι έτσι, σε συνδυασμό με την επικείμενη καταδίκη της ηγεσίας τους, οδηγήθηκαν και πάλι στο πολιτικό περιθώριο. Ο ακροδεξιός πατριδοκάπηλος Βελόπουλος είναι περισσότερο ένα ΛΑΟΣ Νο 2, μια συμπληρωματική δύναμη για την επίσημη δεξιά, παρά μια φασιστική κατάσταση.
Το ΜεΡΑ25 του Βαρουφάκη, μια σοσιαλδημοκρατική δύναμη στην ουσία, με ορισμένες ριζοσπαστικές και οικολογικές «πινελιές», αλλά και άκριτα φιλο-ΕΕ, κατάφερε να πλασαριστεί ως ένα είδος συνέχειας του αντιμνημονιακού κινήματος. Ωστόσο, δεν είναι εύκολο η εμβέλειά του να φθάσει πιο πέρα από τη «λάμψη» του αρχηγού του.
Στον χώρο της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς τα αποτελέσματα ήταν για μια ακόμη φορά απογοητευτικά, λόγω παντελούς αδυναμίας αυτών των δυνάμεων να προσανατολιστούν σωστά στην πολιτική συγκυρία αλλά και να παίξουν έναν προωθητικό ρόλο στο εργατικό κίνημα.
Τέλος, υπάρχει ένα στοιχείο που διαφεύγει από τις περισσότερες αναλύσεις. Από το 2004, αυτοί που ψηφίζουν μειώνονται συνεχώς. Τώρα είναι λιγότεροι κατά 1,2 εκατομμύρια από το 2009. Επομένως η αποχή έχει αποκτήσει δομικό χαρακτήρα. Αυτή η τεράστια απογοητευμένη ή αποστασιοποιημένη μάζα μπορεί κάποια στιγμή να επανενεργοποιηθεί (και όχι μόνο εκλογικά), ανατρέποντας ισορροπίες.

3. Η κυβέρνηση που έφτιαξε ο Μητσοτάκης προσπαθεί να συγκεράσει διάφορες τάσεις, ωστόσο κατά βάση είναι μια κυβέρνηση νεοφιλελεύθερης επίθεσης. Αυτό αποδεικνύεται από το γεγονός ότι οι βασικές αρμοδιότητες πέρασαν στα χέρια δεκάδων υφυπουργών, πολλοί εκ των οποίων είναι τεχνοκράτες και εξωκοινοβουλευτικοί, άρα δεν δεσμεύονται από κανένα πολιτικό κόστος. Προεκλογικά ο Μητσοτάκης δεν παρουσίασε κανένα συγκροτημένο πρόγραμμα, πέρα από αμφίβολες υποσχέσεις για γενική μείωση των φόρων και ευχολόγια περί «επενδύσεων», «ανάπτυξης», «μείωσης της γραφειοκρατίας» κ.λπ.
Οι άμεσες προτεραιότητες αυτής της κυβέρνησης φαίνεται ότι θα είναι: α) Η μείωση των φόρων για τις επιχειρήσεις. Για τις υπόλοιπες μειώσεις φόρων που έχει τάξει ο Μητσοτάκης, θα πρέπει να περιμένουμε το 2020. Και οι «δανειστές» έχουν ήδη αρχίσει να αντιδρούν, υπενθυμίζοντάς του τις δεσμεύσεις για «διεύρυνση της φορολογικής βάσης». β) Η προώθηση μέτρων αυταρχικού-κατασταλτικού χαρακτήρα, από την κατάργηση του πανεπιστημιακού ασύλου και την επιχείρηση «νόμος και τάξη» μέχρι την υπαγωγή του σωφρονιστικού συστήματος στην αστυνομία και την περαιτέρω αντιδραστικοποίηση της λειτουργίας των δήμων. γ) Η προώθηση ενός επενδυτικού-«αναπτυξιακού» μοντέλου με κύρια χαρακτηριστικά τις ιδιωτικοποιήσεις και την εργοδοτική ασυδοσία. Δεν είναι τυχαίο ότι η νέα κυβέρνηση, πριν καν ορκιστεί, έσπευσε να δώσει τα διαπιστευτήριά της στην Eldorado Gold (Χαλκιδική) και τον Λάτση (Ελληνικό), καθώς και να προαναγγείλει την περαιτέρω συρρίκνωση-ιδιωτικοποίηση της ΔΕΗ. Εδώ όμως θα είναι και η αχίλλειος πτέρνα της κυβέρνησης, καθώς η φιλο-εργοδοτική ιδεοληψία δεν αρκεί καθόλου για να έρθουν μεγάλες ξένες επενδύσεις, ενώ αναπτυξιακοί ρυθμοί της τάξης του 4% δεν είναι καθόλου εύκολο να πιαστούν όταν τίθεται και πάλι ως προτεραιότητα… ο τουρισμός.
Ο σχεδιασμός της κυβέρνησης –που θα είναι σίγουρα αντεργατικός– σε άλλα, φλέγοντα ζητήματα, όπως η αξιολόγηση των δημοσίων υπαλλήλων, το ασφαλιστικό, οι εργασιακές σχέσεις, θα ξεκαθαρίσει από τον Σεπτέμβριο.
Ουδέν κακόν αμιγές καλού! Όσο κι αν η νίκη της δεξιάς δημιουργεί έναν πιο δύσκολο ταξικό συσχετισμό, είναι σίγουρο ότι η κυβέρνηση αυτή θα δώσει γρήγορα αφορμές για να ξυπνήσουν οι αγωνιστικές διαθέσεις της εργατικής μας τάξης. Με ενότητα, καθαρή και ευέλικτη πολιτική σκέψη, τόλμη, αφοβία, να δουλέψουμε για την ανασύνταξη του εργατικού κινήματος, να προετοιμαστούμε για τις μεγάλες μάχες που είναι μπροστά μας, να μετατρέψουμε τη νεοφιλελεύθερη ρεβάνς σε κενό γράμμα!

11/7/2019
Η Συντακτική Επιτροπή