Κυριακή, 31 Ιανουαρίου 2016

ΥΠΟΥΛΟ, ΑΝΤΙΛΑΪΚΟ ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΘΝΗΣΙΓΕΝΕΣ ΤΟ «ΣΧΕΔΙΟ ΚΑΤΡΟΥΓΚΑΛΟΥ»

Να δώσουν πίσω εργοδότες, τράπεζες και κράτος τα κλεμμένα χρήματα των ταμείων μας

Να «θυμίσουμε» στην κυβέρνηση τον Γιαννίτση και να την αναγκάσουμε
 να πάρει πίσω το «σχέδιο Κατρούγκαλου». Να απαιτήσουμε εδώ 
και τώρα τα κλεμμένα χρήματα των ταμείων μας! 
Μετά τα αντιασφαλιστικά μέτρα του καλοκαιριού, με τα οποία η αστική κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ ψήφισε την αύξηση των ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης στα 67 χρόνια ή στα 62 με 40 χρόνια εργασίας, καθώς και περικοπές στις συντάξεις, φέρνει τώρα ένα νέο αντιλαϊκό νομοσχέδιο, που κάνει ένα βήμα παραπέρα στην αποδόμηση κάθε έννοιας κοινωνικής ασφάλισης.
Το «σχέδιο Κατρούγκαλου» προβλέπει, μεταξύ άλλων: άγριες περικοπές σε όλες τις συντάξεις (νέες και παλαιές), καθώς επανυπολογίζονται, και μάλιστα με βάση το σύνολο του εργασιακού βίου, μειώσεις μέχρις εξαφάνισης των επικουρικών, αφού θα ισχύει η ρήτρα μηδενικού ελλείμματος, μεγάλες αυξήσεις εισφορών σε ελευθέρους επαγγελματίες και αγρότες, κατάργηση του ΕΚΑΣ για 70.000 ασφαλισμένους, ενοποίηση όλων των ταμείων και ισοπέδωση όλων των παροχών προς τα κάτω κ.λπ.

Τα όσα διατυμπανίζει η κυβέρνηση ότι δεν θα περικοπούν οι συντάξεις, καθώς η όποια διαφορά (μετά τον επανυπολογισμό τους) θα δίνεται ως «προσωπική διαφορά», είναι απάτη. Στον φετινό προϋπολογισμό προβλέπονται περικοπές 1,8 δις στο ασφαλιστικό· αυτές από πού θα γίνουν; Επίσης, ποιος εγγυάται ότι η «προσωπική διαφορά» θα συνεχίσει να ισχύει και μετά από 6 μήνες ή του χρόνου, αφού θα εξαρτάται από την «ανάπτυξη», στο πλαίσιο της αδιέξοδης μνημονιακής πολιτικής; Άλλωστε, βασικός στόχος του μνημονίου είναι η συνέχιση της «εσωτερικής υποτίμησης», πράγμα που σημαίνει περαιτέρω μείωση των συντάξεων ώστε να «ευθυγραμμιστούν» με τους ήδη πετσοκομμένους μισθούς.
Βέβαια, το σχέδιο Κατρούγκαλου δεν είναι καθόλου σίγουρο ότι θα περάσει από την έγκριση της τρόικας, η οποία ζητάει ακόμα περισσότερο αίμα από τον ελληνικό λαό.
Αυτό όμως που θα πρέπει να γίνει ξεκάθαρο είναι ότι στην ουσία δεν υπάρχει ασφαλιστικό ζήτημα. Το ζήτημα είναι οικονομικό και πολιτικό. Τα ταμεία μας τα οδήγησαν στη διάλυση οι εργοδότες, που εισφοροδιαφεύγουν συστηματικά, και οι τράπεζες και το κράτος, που εδώ και δεκαετίες ληστεύουν τα αποθεματικά τους, με αποκορύφωμα τη μεγάλη ληστεία του PSI. Η μόνη λύση για να σωθούν τα ταμεία είναι να γυρίσουν πίσω όλα τα κλεμμένα! Οποιαδήποτε άλλη συζήτηση περί «ασφαλιστικού» είναι προσχηματική. Επίσης, όσο η χώρα μας βρίσκεται κάτω από τη σιδερένια φτέρνα του μνημονίου, βιώσιμο ασφαλιστικό σύστημα δεν πρόκειται να υπάρξει. Οι μνημονιακές πολιτικές της τραγικής ανεργίας, της μαύρης ανασφάλιστης εργασίας, των απολύσεων, η τριτοκοσμοποίηση δηλαδή του ελληνικού λαού, με μαθηματική ακρίβεια οδηγούν στην πλήρη κατάρρευση των ταμείων. Ακόμα κι αν ψηφιστούν αυτά τα βάρβαρα μέτρα, είναι σίγουρο ότι μετά από λίγο καιρό θα χρειαστούν νέα, χειρότερα μέτρα, γιατί ο λογαριασμός… πάλι δεν θα βγαίνει.
Εμείς οι εργαζόμενοι, οι άνεργοι, οι συνταξιούχοι, θα πρέπει να αντισταθούμε σ’ αυτά τα εφιαλτικά σχέδια, και γενικότερα στη μνημονιακή πολιτική που γεννά τέτοια τερατουργήματα. Να οργανώσουμε τώρα την αντίδρασή μας! Να μην επιτρέψουμε ούτε ένα ευρώ μείωση στις συντάξεις μας. Να πληρώσουν αυτοί που φάγανε τα λεφτά μας, ακόμα και με δήμευση της περιουσίας τους. Από κει και πέρα, απαιτούμε: αξιοπρεπείς μισθούς, δημόσιες επενδύσεις για να βρουν δουλειά οι άνεργοι και έτσι να εισρεύσουν και χρήματα στα ταμεία, βαριά πρόστιμα σε όσους εργοδότες εισφοροδιαφεύγουν, όχι κοινό ταμείο με τους ελεύθερους επαγγελματίες (η εργατική τάξη πρέπει να έχει τα δικά της ταμεία), πλήρη ιατροφαρμακευτική περίθαλψη για όλους (και για τους ανέργους), προνομιακό ασφαλιστικό καθεστώς για τις γυναίκες, τους ανάπηρους κ.λπ., δημιουργία δημόσιας τράπεζας των ασφαλιστικών ταμείων, ελεγχόμενη από τους εργαζόμενους, για να μην μπορεί κανένας να αρπάζει τα αποθεματικά τους.
Για να μη μας στείλουν με το ασφαλιστικό τους «από τη δουλειά στο νεκροταφείο», ας αρχίσουμε εμείς τολμηρά και με ενωτικούς δυναμικούς αγώνες να τους ανοίγουμε το λάκκο.


Μ. Σάκος