Η συστηματική υποχρηματοδότηση και η ενθάρρυνση των ιδιωτικών «χορηγιών» φέρνουν ιδιωτικοποίηση της παιδείας
Βασική πολιτική της νεοφιλελεύθερης κυβέρνησης της ΝΔ στον χώρο της παιδείας είναι η εμπορευματοποίηση-ιδιωτικοποίησή της και, αντίστοιχα, η σταδιακή απαλλαγή του κράτους από τις δαπάνες για τη δημόσια εκπαίδευση. Η εφαρμογή της πολιτικής αυτής επιδιώκεται από τη μία με την αυξανόμενη υποχρηματοδότηση και από την άλλη με την προωθούμενη εμπλοκή ιδιωτικών κεφαλαίων μέσα στα δημόσια εκπαιδευτικά ιδρύματα με τη μορφή των χορηγών.
Σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat, η –εδώ και χρόνια πενιχρή– κρατική δαπάνη για την εκπαίδευση στην Ελλάδα μειώθηκε κι άλλο (από το 4% στο 3,3%), με τη χώρα μας να είναι πλέον στην προτελευταία θέση των χωρών της Ε.Ε. Αντίστοιχα, σύμφωνα με στοιχεία του ΟΟΣΑ, η δημόσια δαπάνη ανά μαθητή στη χώρα μας το 2023 ήταν 7.647 δολάρια έναντι 12.893 δολαρίων μέσο όρο των χωρών του ΟΟΣΑ, ενώ ανά φοιτητή ήταν 4.497 δολάρια έναντι 15.102 δολαρίων. Τα στοιχεία αυτά δείχνουν τη λιτότητα στην οποία έχει καταδικαστεί η ελληνική δημόσια εκπαίδευση, εξ ου και οι συνεχιζόμενες μεγάλες ελλείψεις σε προσωπικό, υλικά, εξοπλισμό, υποδομές κ.λπ.
Αδιαφορώντας για την κάλυψη των αναγκών και υποσκάπτοντας την υποχρέωση του κράτους να φροντίζει για την ισότιμη εκπαίδευση της νέας γενιάς, η κυβέρνηση, με μια σειρά νομοθετημάτων, επιδιώκει να εξαναγκάσει σχολεία και πανεπιστήμια σε αναζήτηση πόρων από «ιδρύματα», εταιρείες, ιδιώτες, ή ακόμα και από τους ίδιους τους γονείς. Εκεί στοχεύουν ψηφισμένα μέτρα όπως: η δυνατότητα εμπορικής «αξιοποίησης» των σχολικών χώρων (γυμναστήρια, αίθουσες τελετών κ.λπ.)· η εσωτερική και εξωτερική αξιολόγηση σχολικών μονάδων και η ατομική αξιολόγηση διευθυντών, καθώς βασικό κριτήριο αξιολόγησής τους αποτελεί η «αξιοποίηση» των υλικοτεχνικών υποδομών και η εξεύρεση εναλλακτικών πηγών χρηματοδότησης· η σύνδεση της χρηματοδότησης των πανεπιστημιακών ιδρυμάτων με την αξιολόγησή τους· η θεσμοθέτηση μηχανισμού ιδιωτικής χρηματοδότησης των ΑΕΙ διαμέσου δωρεών, συμπράξεων με εταιρείες κ.λπ.· η παράδοση δημόσιων σχολείων (Ωνάσεια) στο εφοπλιστικό κεφάλαιο.
Το πόσο μεγάλη σημασία δίνει η κυβέρνηση σε αυτή την πολιτική αποδεικνύεται από το ότι ο ίδιος ο πρωθυπουργός συναντήθηκε με τους τραπεζίτες και τους ζήτησε να προχωρήσουν σε δωρεές για τον… «καλλωπισμό» (βάψιμο) των σχολικών κτιρίων!
Από την πλευρά τους, τα ιδιωτικά αυτά κεφάλαια τρίβουν τα χέρια τους. Διαμέσου των χορηγιών αποσκοπούν στον έλεγχο των προπτυχιακών ή μεταπτυχιακών προγραμμάτων προς όφελος των εταιρειών τους, στην προσέλκυση εξειδικευμένου εργατικού δυναμικού για τζάμπα εργασία (πρακτικές φοιτητών), στη διαμόρφωση «δεξαμενής» κατάλληλα «προετοιμασμένου» εργατικού δυναμικού, σε τζάμπα πανεπιστημιακές έρευνες και projects κ.λπ. Ήδη έχει ξεκινήσει τέτοιου είδους εισβολή εταιρειών (Τράπεζα Πειραιώς, Cisco, Netcompany-Intrasoft κ.ά.) σε πανεπιστήμια (Θεσσαλίας, Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, Πειραιά κ.ά.). Σε αυτή την κατεύθυνση κινούνται και τα δημόσια Ωνάσεια σχολεία, καθώς το πρόγραμμα των εκπαιδευτικών ομίλων τους καθορίζεται από το Ίδρυμα Ωνάση, δηλαδή, για πρώτη φορά σε δημόσιο σχολείο από έναν παράγοντα έξω από αυτό!
Επιπλέον, με τις δωρεές και χορηγίες τους τα κεφάλαια αυτά προσελκύουν πελάτες, «ξεπλένουν» το εταιρικό τους προφίλ (π.χ. εφοπλιστές, τοκογλύφοι τραπεζίτες), διαφημίζονται δωρεάν, εκπίπτουν της φορολογίαςκ.λπ. Και φυσικά προωθούν τις «ιδέες» τους, τα συμφέροντά τους και τις αντιλήψεις τους μέσα στα εκπαιδευτικά ιδρύματα. Τρανταχτό παράδειγμα του πόσο επικίνδυνο είναι αυτό αποτελεί η πρόσφατη περίπτωση του φασίστα Κασιδιάρη που έκανε δωρεά σε σύλλογο γονέων. Όταν σχολεία και πανεπιστήμια θα φτάσουν στο σημείο να εξαρτώνται από συγκεκριμένους χορηγούς, τι ελευθερία θα έχουν οι εκπαιδευτικοί στην άσκηση του ρόλου τους υπό την πίεση της χρηματοδότησης; Για τι είδους παιδεία θα μιλάμε;
Οι χορηγίες λοιπόν όχι μόνο «αθώες» δεν είναι, αλλά αποτελούν, μαζί φυσικά με την κυβέρνηση που τις προωθεί διακαώς, μεγάλο κίνδυνο για τη δημόσια παιδεία. Η πολιτική αυτή πρέπει άμεσα να ανατραπεί. Η αντίσταση είναι επιτακτική. Τον δρόμο τον δείχνει η Γαλλία!
Μ. Σάκος
