Δευτέρα, 2 Οκτωβρίου 2017

«Η ανάπτυξη έρχεται» Να την… υποδεχθούμε με αγώνες για να πάρουμε πίσω τα δικαιώματά μας

Η κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι η επιστροφή στην πολυπόθητη «ανάπτυξη» είναι γεγονός. Έχουμε λόγους να το αμφισβητούμε, αλλά… αν είναι έτσι, ένας λόγος παραπάνω να διεκδικήσουμε τα μεροκάματα και τα δικαιώματα που μας έχουν κλέψει 8 χρόνια τώρα.

Ενθαρρυμένοι από την αντεργατική επίθεση του Μακρόν στη Γαλλία, οι εργοδότες μας ζητούν μονιμοποίηση της εργασιακής ζούγκλας που επιβλήθηκε με τα μνημόνια. Η μάχη για τις συλλογικές συμβάσεις είναι ζήτημα επιβίωσης για την εργατική μας τάξη. Να οργανωθούμε για να τη δώσουμε και να την κερδίσουμε!



1. Εννιά ολόκληρα χρόνια μετά την έναρξη της ύφεσης, το 2008, και ύστερα από οκτώ χρόνια μνημονιακής ισοπέδωσης της χώρας και του εργαζόμενου λαού, η ελληνική οικονομία θα κλείσει το 2017 με καθαρή αύξηση του ΑΕΠ. Την εικόνα φαίνεται ότι ενισχύουν η αύξηση των εξαγωγών, των εισαγωγών και των επενδύσεων, η για μια ακόμη χρονιά αυξημένη τουριστική κίνηση, αλλά και μια μικρή κάμψη της ανεργίας. Η κυβέρνηση Τσίπρα, μετά τη χωρίς όρους συνθηκολόγηση στους δανειστές το καλοκαίρι του 2015, αφού εγκατέλειψε ουσιαστικά το λεγόμενο «παράλληλο πρόγραμμα» που θα «ανακούφιζε» τον ελληνικό λαό από τα μέτρα του 3ου Μνημονίου, αφού ψήφισε στη Βουλή για το 2019-2021 μέτρα που ισοδυναμούν με ένα 4ο Μνημόνιο, σηκώνει τώρα τη σημαία της «ανάπτυξης» και της «εξόδου από την επιτροπεία». Είναι άλλωστε το τελευταίο της χαρτί στην εναγώνια προσπάθεια για πολιτική επιβίωση.
Θα μπορούσαμε πολύ εύκολα να ανατρέψουμε αυτή την εικόνα. Η αύξηση του ΑΕΠ στην καλύτερη περίπτωση θα είναι 1,8%, πάει να πει πολύ ασθενική ύστερα από την πιο σαρωτική κρίση που έχει γνωρίσει καπιταλιστική οικονομία σε καιρό ειρήνης. Η μείωση της ανεργίας οφείλεται κυρίως στο ότι ένα μέρος της «μαύρης εργασίας» αναγκαστικά δηλώθηκε, λόγω φορολογικών και ασφαλιστικών μέτρων. Οι επενδύσεις αφορούν σε μεγάλο βαθμό επιδρομές σε «φιλέτα» της δημόσιας περιουσίας, ενώ οι μη παραγωγικές επενδύσεις επικρατούν έναντι των παραγωγικών. Και οι τελευταίες δεν μπορούν να ανθήσουν παρά μόνο αν μπει το κράτος μπροστά, κάτι που όμως δεν επιτρέπει η Ε.Ε. Η αύξηση της φορολογικής επιβάρυνσης της μικροαστικής τάξης, σε συνδυασμό με τη μείωση του αφορολόγητου και τη νέα μείωση συντάξεων που επίκειται, βάζει φραγμό σε κάθε προοπτική δραστικής ανάκαμψης της εσωτερικής ζήτησης. Το εξωτερικό χρέος θα συνεχίσει να πνίγει τα οικονομικά του κράτους και οι «δανειστές», ας μην κοροϊδευόμαστε, δεν έχουν καμιά πρόθεση να χαλαρώσουν ουσιαστικά τη θηλιά. Η επιτροπεία από τους «δανειστές», όπως ανακοίνωσε ορθά κοφτά ο αρμόδιος Ευρωπαίος επίτροπος Μοσκοβισί (την ίδια στιγμή που… αγανακτούσε για τον αντιδημοκρατικό χαρακτήρα των μνημονίων!), θα συνεχιστεί μέχρι να αποπληρωθεί το 75% του χρέους – δηλαδή, τουλάχιστον για πέντ’ έξι δεκαετίες. Το σημαντικότερο, η όποια επιστροφή στην ανάπτυξη ξεκινά με την εργατική τάξη αποψιλωμένη από δικαιώματα, με τους εργοδότες και τους «δανειστές» να απαιτούν μονιμοποίηση του σημερινού καθεστώτος εργασιακής ζούγκλας.
Αν μέναμε όμως μόνο σε αυτά, δεν θα διαφέραμε σε τίποτα από τις διάφορες δυνάμεις της πέραν του ΣΥΡΙΖΑ «αριστεράς», που νομίζουν ότι όσο πιο μαύρη περιγράψουν την κατάσταση τόσο περισσότερο θα παρακινήσουν τον κόσμο να βγει στους δρόμους. Ο εργαζόμενος ελληνικός λαός έδωσε σκληρές μάχες ιδίως την περίοδο 2010-2012, αλλά το αντιμνημονιακό κίνημα –πρώτα και κύρια λόγω έλλειψης αξιόμαχης ηγεσίας– ηττήθηκε· μια νέα ανάταση της λαϊκής αντίστασης απαιτεί πολύ διαφορετικές προϋποθέσεις από το να απευθύνει κανείς τελεσίγραφα.    
Η άλλη πλευρά της πραγματικότητας, λοιπόν, είναι ότι από το 2014-15, έστω και με αργούς και άνισους ρυθμούς, τα αφεντικά μας –τα μεγάλα αλλά και πολλά μικρομεσαία– βλέπουν τα κέρδη τους να ανακάμπτουν. Αυτό έγινε φυσικά εις βάρος μας, από το πετσόκομμα του εργατικού μεροκάματου. Όπως και να ’γινε πάντως, το αποτέλεσμα είναι το ίδιο. Η κινητικότητα στο λιανικό εμπόριο, τον τουρισμό, την ενέργεια και τις μεταφορές, αλλά και σε ορισμένους βιομηχανικούς κλάδους, εντείνεται. Αυτό σημαίνει ότι οι εργοδότες μάς έχουν ανάγκη! Πρέπει να το συνειδητοποιήσουμε: δεν μπορούν να κάνουν καμιά περαιτέρω κίνηση χωρίς τη δική μας εργασία, δεν είναι τόσο εύκολο όσο νομίζουμε να μας αντικαταστήσουν, ειδικά αν συνυπολογίσουμε και το εργατικό δυναμικό που έχει φύγει στο εξωτερικό. Μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας, πίσω από τις πύλες των εργοστασίων και των επιχειρήσεων, αρχίζει να διαμορφώνεται μια κατάσταση ευνοϊκότερη για να οργανωθούμε και να διεκδικήσουμε. Οι μάχες που δίνονται τους τελευταίους μήνες στις αλυσίδες του λιανικού εμπορίου είναι ένα πρώτο δείγμα.

2. Ο χρόνος που ανοίγεται μπροστά μας, μέχρι το φθινόπωρο του 2018, θα είναι πυκνός σε πολιτικές εξελίξεις, που θα επηρεάσουν οπωσδήποτε τον γενικότερο ταξικό συσχετισμό δυνάμεων. Μπαίνουμε σε μια περίοδο που σιγά σιγά θα αποκτήσει προεκλογικά χαρακτηριστικά, καθώς η κυβέρνηση είναι λογικό να θέλει να συνδέσει τις επόμενες εκλογές με την υποτιθέμενη «έξοδο από τα μνημόνια» στο τέλος του 2018, παρά με τις μειώσεις που αρχίζουν από το 2019. Όπως έχουμε εξηγήσει κι άλλες φορές, η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ μπορεί να έχει μεταβληθεί σε ένα πιστό –και αποτελεσματικό– όργανο του ξένου και ντόπιου κεφαλαίου, αλλά το βασικό κοινωνικό της έρεισμα παραμένουν οι μισθωτοί του δημόσιου και ιδιωτικού τομέα. Παράλληλα, η κυβέρνηση αντιμετωπίζει τη διαρκή πίεση της ΝΔ του Μητσοτάκη και των κομματιών της αστικής τάξης που αυτός εκφράζει πολιτικά. Αυτό το κοινωνικό μπλοκ ποντάρει στην προοπτική μιας ακόμα πιο εντατικής εκμετάλλευσης της εργατικής τάξης, μέσα από ένα ακραία νεοφιλελεύθερο πρόγραμμα.
Το σκηνικό, λοιπόν, τους επόμενους μήνες θα είναι: η κυβέρνηση να προσπαθεί να καθησυχάσει ταυτόχρονα επιχειρηματίες, λαϊκά στρώματα και «δανειστές» και να καλλιεργεί προσδοκίες σε όλους· και η δεξιά να προσπαθεί να παρουσιάσει την κατάσταση πιο μαύρη απ’ ό,τι είναι, υπολογίζοντας κυρίως στην εκμετάλλευση της μικροαστικής δυσαρέσκειας.
Όλα αυτά σημαίνουν κοινωνική και πολιτική πόλωση. Αυτό που πρέπει να ενδιαφέρει το δικό μας στρατόπεδο, το στρατόπεδο της εργατικής τάξης και των φτωχών στρωμάτων του λαού, είναι πώς θα αξιοποιήσουμε αυτή την κατάσταση για να προκαλέσουμε ρήγματα στον αντίπαλο, ώστε να αποσπάσουμε τις πρώτες, έστω και πολύ μικρές, νίκες. Οποιαδήποτε μικροπαραχώρηση της κυβέρνησης πρέπει να τύχει άμεσης εκμετάλλευσης. Κεντρικός στόχος θα πρέπει να είναι τα επιμέρους μέτωπα πάλης να συνενωθούν σε μια μεγάλη διεκδίκηση, κομβική για όλη την εργατική τάξη, την επαναφορά των κλαδικών συλλογικών συμβάσεων. Κάτι τέτοιο θα άλλαζε άρδην τον συσχετισμό δύναμης και θα ξανάδινε ζωή στα συνδικάτα. Στο ζήτημα αυτό, ΔΝΤ, ΣΕΒ και άλλα κομμάτια της εγχώριας εργοδοσίας, ενθαρρυμένοι από την κατάργηση των συλλογικών συμβάσεων που προωθεί ο Μακρόν στη Γαλλία, ζητούν να μην αλλάξει τίποτα. Αυτό σημαίνει ότι η μάχη για συλλογικές συμβάσεις αποκτά έναν ακόμα πιο στρατηγικό και επιτακτικό χαρακτήρα. Οι τηλεοπτικές εικόνες με τους Γάλλους εργάτες να γεμίζουν τους δρόμους και να αντιδρούν δυναμικά στην πολιτική Μακρόν θα είναι η καλύτερη «εισαγωγή» για να δώσουμε αυτή τη μάχη στη χώρα μας.

3. Επιμένουμε ότι οι διεθνείς εξελίξεις θα βοηθήσουν την εργατική μας τάξη να δυναμώσει την αντίστασή της. Οι Ευρωπαίοι ιμπεριαλιστές, ανακουφισμένοι από την εκλογή Μακρόν στη Γαλλία και την αναμενόμενη επανεκλογή Μέρκελ στη Γερμανία, αφήνουν αμέσως στην πάντα όλα τα «μαθήματα» που υποτίθεται είχαν βγάλει από το Brexit και τη νίκη του Τραμπ στην Αμερική. Τότε μας έλεγαν ότι θα δείξουν μεγαλύτερη προσοχή στα «θύματα της παγκοσμιοποίησης». Τώρα προετοιμάζουν νέους γύρους απορρύθμισης των εργασιακών σχέσεων και ακόμα περισσότερη λιτότητα, μέσα από προτάσεις όπως αυτή του Σόιμπλε για ένα Ευρωπαϊκό Νομισματικό Ταμείο. Τόσο το χειρότερο για αυτούς! Η πολιτική τύφλα τους και η αρρωστημένη αλαζονεία τους θα τους οδηγήσουν σε νέα αδιέξοδα.
Στη Γαλλία, ακόμα κι αν ο Μακρόν περάσει νομοθετικά τα αντεργατικά του μέτρα, ο ηττημένος θα είναι ο ίδιος. Τα μέτρα αυτά θα αδυνατίσουν ακόμα περισσότερο τη Γαλλία έναντι της Γερμανίας, δεν θα φέρουν βιομηχανικές επενδύσεις, θα προκαλέσουν όξυνση των ταξικών συγκρούσεων. Στην Ιταλία συζητιέται ανοιχτά η πιθανότητα υιοθέτησης διπλού νομίσματος. Η Αγγλία προχωρά κανονικά το Brexit. Οι πρώτες επιτυχίες της εις βάρος των Γερμανών θα είναι μια πρώτης τάξεως ενθάρρυνση για να σκεφτούν και άλλοι… την έξοδο. Όσο για τη Γερμανία, η νέα κυβέρνηση Μέρκελ θα είναι μια κυβέρνηση κόπωσης και αδιεξόδου. Η Γερμανία θέλει να κρατάει σφιχτά την ευρωπαϊκή ηγεμονία και να επιβάλλει λιτότητα σε όλους, χωρίς να κάνει την παραμικρή παραχώρηση. Ακόμα και οι εντελώς μετριοπαθείς προτάσεις Μακρόν απορρίφθηκαν από τον Σόιμπλε. Αυτή η κατάσταση δεν θα κρατήσει για πολύ, προτού δώσει τη θέση της σε μια ανοιχτή διαίρεση μέσα στην Ε.Ε.
Οι ευρωπαϊκές εργατικές τάξεις, πρώτ’ απ’ όλα η ελληνική, χρειάζονται ηγεσίες που θα πιάσουν τον ταύρο από τα κέρατα. Πρέπει να μάθουμε να εκμεταλλευόμαστε αδίστακτα τις αντιθέσεις στο στρατόπεδο του αντιπάλου. Να δίνουμε τις μάχες εκεί που έχουμε συσχετισμό για να πετύχουμε νίκη. Να μην ενδίδουμε στον φόβο που σπέρνουν οι προπαγανδιστικοί μηχανισμοί του συστήματος. Να μάθουμε να προχωράμε ή να υποχωρούμε συντεταγμένα. Αυτά μπορεί να τα προσφέρει στο εργατικό κίνημα μόνο μια επαναστατική μαρξιστική ηγεσία. Όλες οι συνειδητές δυνάμεις του κινήματος πρέπει να εντείνουν την ιδεολογική, πολιτική και οργανωτική προετοιμασία τους για τις σημαντικές εξελίξεις που έρχονται πανευρωπαϊκά. Το σύστημα και τα κάθε λογής επιτελεία του είναι σε μεγαλύτερη παρακμή απ’ όσο νομίζουμε. Ας το εκμεταλλευτούμε.

13/9/2017
Η Συντακτική Επιτροπή